Βράδυ Δευτέρας 23 Ιουλίου, την ώρα της σύσκεψης υπό τον Αλέξη Τσίπρα στο κέντρο επιχειρήσεων της Πυροσβεστικής (τότε που η κυβέρνηση ήξερε, αλλά δεν μιλούσε για τους νεκρούς της πύρινης κόλασης), οι πρώτοι εθελοντές διασώστες, ναυαγοσώστες, γιατροί και κοινωνικοί λειτουργοί αντίκριζαν τον θάνατο στην Ανατολική Αττική και προσπαθούσαν να σώσουν εγκαυματίες και εγκλωβισμένους σε βράχια, παραλίες και καμένα σπίτια. Δεν έφυγαν ούτε στιγμή.

Ηταν εκεί νυχθημερόν αναζητώντας στα τυφλά αγνοουμένους (μιας λίστας που δεν ανακοινώθηκε επισήμως ποτέ), ενώ πολλοί παραμένουν στο πλευρό επιζώντων, που είδαν ανθρώπους ή περιουσίες να «λιώνουν» στις φλόγες. Τα δραματικά 24ωρα της εθνικής τραγωδίας σε Μάτι και Νέο Βουτζά οι εθελοντές αγκαλιάζονταν, δακρυσμένοι, με φόντο το τοπίο φρίκης για να στηρίξουν ο ένας τον άλλο. Αγκαλιές αντάλλασσαν όμως και κυβερνητικά και κομματικά στελέχη, όπως ο Δημήτρης Τζανακόπουλος και η περιφερειάρχης Αττικής Ρένα Δούρου. Οχι θρηνώντας τα θύματα, ούτε από συγκίνηση ή συμπόνια. Και όσο εκείνοι χαμογελούσαν περιμένοντας την έναρξη της σύσκεψης υπό τον Πρωθυπουργό στο Λαύριο, οι διασώστες κουβαλούσαν την εικόνα των 26 αγκαλιασμένων νεκρών.

Σε συνθήκες απόλυτου αποσυντονισμού εκ μέρους των κυβερνώντων (και όχι μόνο τις πρώτες ώρες της φονικής φωτιάς), χιλιάδες άνθρωποι βρέθηκαν στους ισοπεδωμένους οικισμούς γεμίζοντας τελικά τα κενά από την ανεπάρκεια της πολιτείας. Ανάμεσά τους ο παθολόγος Θανάσης Κρουστάλης των Γιατρών του Κόσμου που έσπευσε από τη Λαμία, ο Αγγελος Χασιώτης, υπεύθυνος συντονισμού των Σαμαρειτών για τις επιχειρήσεις στην Αττική του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, ο Κώστας Παπαϊωάννου εκ των ιδρυτικών μελών των Γιατρών Χωρίς Σύνορα και ο Φάνης Καπετανάκης, υπεύθυνος επιχειρήσεων Αττικής της Ελληνικής Ομάδας Διάσωσης. Οι τέσσερις εθελοντές καταθέτουν στα «ΝΕΑ» τις συγκλονιστικές μαρτυρίες τους για όσα έζησαν στον τόπο της τραγωδίας.

Κώστας Παπαϊωάννου, Γιατροί Χωρίς Σύνορα
Ηταν σαν να βρισκόμουν σε εμπόλεμη ζώνη

Ημουν εκεί από τις πρώτες ώρες, καθώς είμαι μόνιμος κάτοικος Ραφήνας. Αντίκρισα ένα σκηνικό πολέμου, με γειτονιές που ακόμα κάπνιζαν, μικροεστίες φωτιάς, τραυματίες. Ηταν πραγματικά σαν να ήμουν σε εμπόλεμη ζώνη – και μπορώ να ξέρω, το έχω ζήσει. Και αυτή η μυρωδιά του καμένου… Σε συγκλόνιζε γιατί ήξερες ότι έχουν χαθεί ανθρώπινες ζωές, δεν επρόκειτο απλά για αποκαΐδια. Μέσα στην απόλυτη ησυχία, παντού και μόνο καμένα. Η ομάδα της οργάνωσης δραστηριοποιήθηκε στο Μάτι από τις 25 Ιουλίου με ένα πρωτοβάθμιο ιατρείο. Κύριος στόχος ήταν να διερευνήσουμε την περιοχή, αναζητούσαμε άτομα που δεν είχαν δυνατότητα να μετακινηθούν για να βρουν βοήθεια. Οσοι είχαν σοβαρό πρόβλημα άλλωστε είχαν μεταφερθεί σε νοσοκομεία. Ομως βρίσκαμε συνεχώς στα σπίτια, στις καμένες γειτονιές, κατοίκους με μικροεγκαύματα αλλά και εθελοντές που είχαν τραυματιστεί.

Πάντως όσοι βίωσαν την πυρκαγιά να τους κυνηγάει, ήταν σε κατάσταση σοκ ακόμα μία εβδομάδα μετά. Εμοιαζαν να μη συνειδητοποιούν πού βρίσκονταν και τι έχει γίνει. Ακουγαν για γείτονες ή φίλους που πέθαναν στις φλόγες ή αγνοούνταν. Δεν είχαν πλήρη συνείδηση, γι’ αυτό το κύριο κομμάτι της προσέγγισής μας ήταν η ψυχολογική υποστήριξη αυτών των προσώπων. Εκαναν τηλεγραφική παρουσίαση όσων έζησαν: έλεγαν ξανά και ξανά το ίδιο γεγονός, σαν να το έχουν δει σε ταινία. Το προέχον εξακολουθεί να είναι η ψυχολογική στήριξη των πληγέντων. Και εκεί θα χρειαστεί προσεκτική δουλειά σε βάθος χρόνου. Καλό είναι οι εθελοντές να διασυνδέουν τους ανθρώπους αυτούς με τις υπάρχουσες κρατικές δομές. Αυτό είναι το πιο σημαντικό γιατί δεν θα είναι διαχειρίσιμο σε λίγες μέρες. Προσωπικά μου έκανε εντύπωση και ήταν πραγματικά συγκινητική η βοήθεια που ερχόταν και εξακολουθεί να υπάρχει στην Ανατολική Αττική.

Αγγελος Χασιώτης, Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός

Η στιγμή που η ομάδα του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού μπήκε στο οικόπεδο με τους 26 απανθρακωμένους ανθρώπους ήταν η πιο συγκλονιστική εμπειρία στον τόπο της τραγωδίας. Ηταν ό,τι πιο δραματικό έχουν αντικρίσει ακόμα και εθελοντές που συμμετέχουν σε επιχειρήσεις της οργάνωσης 15 χρόνια. Τα στιγμιότυπα από τη φονική πυρκαγιά μένουν χαραγμένα στο μυαλό μου.
Δυστυχώς ζούμε όλο και πιο τρομακτικές εμπειρίες. Ας μην ξεχνάμε την τραγωδία στη Μάνδρα Αττικής. Γι’ αυτό, αν μπορούσα να στείλω ένα μήνυμα, θα έλεγα το εξής: Η πρόληψη σώζει. Επίσης το στοίχημα της επόμενης μέρας για όλες τις οργανώσεις είναι να εντάξουν στο δυναμικό τους ανθρώπους που όλες αυτές τις ημέρες δίνουν την ψυχή τους και τον χρόνο τους και προσπαθούν με κάθε τρόπο να βοηθήσουν στους πυρόπληκτους οικισμούς. Αυτός ο κόσμος θέλει να προσφέρει.
Ολοι εμείς που συμμετέχουμε στις επιχειρήσεις διάσωσης, αναζήτησης και υποστήριξης κρατάμε τον ανθρώπινο πόνο. Και προσπαθούμε να τον απαλύνουμε. Ετσι τα μέλη μας εκπαιδεύονται καθημερινά. Τίποτα δεν έχει τελειώσει. Εξάλλου προσπαθούμε με τις δομές του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού να υποστηρίξουμε και τους εθελοντές μας μετά τη συμμετοχή τους σε αυτή την κρίση. Υποστήριξη και αποφόρτιση χρειαζόμαστε και εμείς.

Η σκυτάλη πέρασε στους κοινωνικούς λειτουργούς και τους ψυχολόγους μας. Οι Σαμαρείτες και οι Διασώστες αποχώρησαν και παραμένουμε σε επιφυλακή. Ειδικά τις πρώτες πέντε ημέρες τα κλιμάκια βρίσκονταν στην Ανατολική Αττική όλο το 24ωρο. Εντοπίζαμε εγκαυματίες να βρίσκονται μέσα στα σπίτια τους προσπαθώντας να διαφυλάξουν τα απομεινάρια της καταστροφής. Πάνω από 200 εθελοντές κινητοποιήθηκαν δίνοντας το «παρών» από τα τμήματα Σαμαρειτών Αθήνας, Πάτρας, Νέας Σμύρνης, Πειραιά, Κορίνθου, Τρίπολης, Ναυπλίου, Καλαμάτας, Χαλκίδας, Λάρισας, Κατερίνης.

Φάνης Kαπετανάκης, Ελληνική Ομάδα Διάσωσης
Περίμεναν απλά να τους κρατήσουμε το χέρι, να μη νιώθουν μόνοι

Βράδυ 23ης Ιουλίου με το πεντάμετρο σκάφος της ομάδας Χ. Μπαρούχας που μπορεί να προσεγγίζει βράχια αρχίσαμε τους απεγκλωβισμούς επιζώντων, κατόπιν οδηγιών από το Λιμεναρχείο. Πεζοπόρο τμήμα είχε ήδη κατέβει στην παραλία Κόκκινο Λιμανάκι αντικρίζοντας εκεί τουλάχιστον 400 ανθρώπους.
Οι περισσότεροι αντιμετώπιζαν αναπνευστικά προβλήματα και λόγω του καπνού είχαν και πρόβλημα στα μάτια και προσφέραμε πρώτες βοήθειες. Με το σκάφος και μόνο από τα βράχια βγάλαμε τουλάχιστον 25 ανθρώπους. Ολα αυτά σε δύσκολες καιρικές συνθήκες, με αέρα, καπνούς, κύμα και καύτρες να πετάγονται τριγύρω.
Καθημερινά 10-20 εθελοντές μας ήταν στα καμένα. Οι κάτοικοι στο Μάτι περίμεναν απλά να τους κρατήσουμε το χέρι, να είμαστε δίπλα τους, να μη νιώθουν μόνοι. Δεν θα ξεχάσω μια γιαγιά… Την ακουμπήσαμε στον ώμο. «Μη με αφήσετε» μας έλεγε. Και έκλαιγε, περισσότερο από ανακούφιση. Η ίδια γυναίκα είχε δει έναν άνδρα κοντά της να χάνει τη ζωή του στις φλόγες.
Για επτά συνεχόμενες μέρες ψάχναμε παντού είτε για επιζώντες είτε για νεκρούς με πεζοπόρα τμήματα σε παράκτιες έρευνες και στη θάλασσα – σε οργανωμένες επιχειρήσεις με όλα τα μέτρα προστασίας και κατόπιν οδηγιών από Λιμεναρχείο και Πυροσβεστική. Ξέραμε ότι θα δούμε νεκρούς και εγκαυματίες, ότι θα σώσουμε ανθρώπους, ότι θα αντιμετωπίσουμε συγγενείς αγνοουμένων ή νεκρών που θα ζητούν βοήθεια.
Εκεί δεν λυγίζουμε, ο ένας στηρίζει τον άλλο στην ομάδα και προσπαθεί να είναι σε εγρήγορση. Το μη αναμενόμενο είναι το μετατραυματικό στρες και για εμάς. Δεν είμαστε ούτε το ΕΚΑΒ ούτε η ΕΜΑΚ, αλλά εθελοντές. Τώρα λοιπόν τρέχει η διαδικασία υποστήριξης με ψυχολόγους όσων βρεθήκαμε στον τόπο της τραγωδίας.
Και έπειτα ας ρίξουμε ο καθένας ατομικά το βάρος στην πρόληψη: Ενημερωθείτε για μέτρα αυτοπροστασίας, μην επαναπαύεστε.

Θανάσης Κρουστάλης, Γιατροί του Κόσμου
Ισως δούμε απόπειρες αυτοκτονίας στα καμένα

Σκοπός του «ήρωα» δεν είναι μόνο να σώζει, αλλά να φτιάχνει νέους «ήρωες». Και εκείνοι νέους, μέχρι ο κόσμος μας να μην τους χρειάζεται πια. Δυστυχώς όμως τα δύσκολα έρχονται για τους πληγέντες. Σταδιακά βγαίνουν ο θυμός και η απελπισία του αποτελέσματος. Ενδέχεται να δούμε ανθρώπους που θα προσπαθήσουν να αυτοκτονήσουν στα καμένα. Το Μάτι είναι πια ένα τοξικό μέρος, ένας τόπος τραγωδίας, στον οποίο οι άνθρωποι αναγκάζονται να παραμένουν. Και αυτές οι καταστροφές είναι οι χειρότερες. Οι περισσότεροι κάτοικοι δεν επιθυμούσαν καν ιατρική προσέγγιση γιατί θεωρούσαν ότι δεν την αξίζουν από τη στιγμή που χάθηκαν βίαια ανθρώπινες ζωές. Μιλάμε για πολίτες που παρέμεναν στα μισοκατεστραμμένα σπίτια τους, είτε επειδή δεν είχαν πού να πάνε, είτε γιατί είχαν αγνοούμενους ή νεκρούς συγγενείς και προσπαθούσαν να φυλάξουν ό,τι απέμεινε. Ανθρωποι με παθήσεις σταμάτησαν να παίρνουν τα φάρμακά τους. Θυμάμαι τον κύριο Θανάση, 82 ετών. Θεωρούσε ντροπή να ψάξει για τα χάπια του. «Είμαι ευτυχισμένος που έσωσα τα εγγόνια μου, μπορώ να πεθάνω τώρα» έλεγε.
Η προσέγγιση ήταν για εμάς το πιο δύσκολο κομμάτι. Επρεπε να περάσουμε και να ξαναπεράσουμε από ένα σπίτι για να αρχίσει ο κάτοικος να δέχεται τη σκέψη ότι η ζωή συνεχίζεται και πρέπει να φροντίσει τον εαυτό του. Τους παρακαλούσαμε να φορούν μάσκες. Πριν από εμάς σταματούσαν άλλοι. Εδιναν, έδιναν, έδιναν… Υστερα από εμάς άλλοι εθελοντές. Εβλεπες κόσμο στα χαλάσματα να μας περιμένει, να μας αποζητά. Ομως τις λέξεις «φωτιά», «πυρκαγιά», «κάηκαν» δεν τις έβαζε στο στόμα του σχεδόν κανείς από το σοκ. «Ελα, ήρθαν οι γιατροί» φώναζε μια κυρία στον αδελφό της. Ο άνδρας ήταν νεκρός και εκείνη δεν μπορούσε να το αποδεχθεί.