Δεν πάει ούτε ένας χρόνος που είδα στο Ηρώδειο τους «Πέρσες» σε σκηνοθεσία Αρη Μπινιάρη, σε μία από τις καλύτερες παραστάσεις – εξ όσων βέβαια θυμάμαι – της παλαιότερης σωζώμενης τραγωδίας του Αισχύλου. Αν και θεωρείται κορυφαίο αντιπολεμικό έργο, ο ποιητής, αναφερόμενος στην ήττα των Περσών στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας που είχε συμβεί επτά μόλις χρόνια πριν από την πρώτη παρουσίαση της τραγωδίας, αναδεικνύει τον κίνδυνο του ετεροπροσδιορισμού, της υποτίμησης των άλλων, της αλαζονείας που προκαλεί η εξουσία. Και ακούγοντας για την ύβρι του Ξέρξη να ζέψει τον Ελλήσποντο, ήρθε συνειρμικά στο μυαλό μου η φωτογραφία του Πάνου Καμμένου πριν από τρία χρόνια, να αποτίει φόρο τιμής στους Σαλαμινομάχους αφού είχε διασχίσει τις στρωμένες με κόκκινο χαλί παλέτες που είχαν στηθεί στην αμμουδιά. Ευτράπελο, γραφικό, αλλά ακίνδυνο.
Με αφορμή τα όσα έγιναν στο Μάτι, οι «Πέρσες» έρχονται και ξανάρχονται  στο μυαλό μου αυτές τις ημέρες. Διότι στη συμπεριφορά των μελών της κυβέρνησης και των λοιπών παραγόντων αναγνωρίζω τους σταθμούς της αξιακής διαδρομής όχι μόνο στη συγκεκριμένη τραγωδία, αλλά και γενικότερα στην κοσμοθεωρία των αρχαίων Ελλήνων. Που, για την αρχαιοελληνική ηθική,  ξεκινάει από την ύβρι, δηλαδή την οίηση και την περιφρόνηση του μέτρου που πρέπει να διέπει τις ανθρώπινες πράξεις, προχωρά στην άτη, τη σύγχυση της λογικής του υβριστή εξαιτίας της αμετροέπειάς του, και προκαλεί τη νέμεση, την οργή των θεών, και τελικά την τίσι, την τιμωρία.
Θυμάμαι τα λόγια (σε μετάφραση Παναγιώτη Μουλλά) της Ατοσσας, μητέρας του Ξέρξη, που, όταν μαθαίνει για τη συμφορά, δεν νοιάζεται για τους νεκρούς συμπατριώτες της. «Αν πετύχει ο γιος μου, θα είναι άντρας ξακουστός. Αν πάλι κακοπάθει, δεν έχει να λογοδοτήσει στην πατρίδα του. Αν όμως σωθεί, θα βασιλέψει σε τούτη τη χώρα όπως και πριν» λέει. Δεν θέλω να κατονομάσω ποιον συγκεκριμένα μου θυμίζουν αυτά τα λόγια. Γιατί, φοβάμαι, ότι δεν είναι μόνο ένας.