Ενας μεγάλος μαύρος ταύρος βρίσκεται νεκρός στη μέση της σκηνής και το αίμα του έχει σχηματίσει ένα κόκκινο ποτάμι που απλώνεται μέχρι τα συρματοπλέγματα που οριοθετούν το κεντρικό της μέρος. Στην άκρη, πεταμένα δύο μεγάλα κοντέινερ δίνουν έναν πιο ζοφερό τόνο με τα σκουριασμένα τους χρώματα που έρχονται σε αντίθεση με το λευκό ψηλό φυλάκιο που στέκει απέναντί τους. Από το πίσω επίπεδο, μόλις ηχούν οι πρώτες μελωδίες της «Ισπανικής υποχώρησης», ένας ταυρομάχος εμφανίζεται με αλαζονικό ύφος κάτω από τα φώτα. Νικητής στη μάχη με το ζώο απολαμβάνει την αποθέωση από το πλήθος που κατακλύζει τη σκηνή και εποπτεύει την απομάκρυνσή του από την αυτοσχέδια αρένα. Μόλις τα πνεύματα ηρεμήσουν και οι οπαδοί του τον ακολουθήσουν στα παρασκήνια, τη θέση τους παίρνουν λόχοι στρατιωτών που παρατάσσονται για να αντιμετωπίσουν πίσω από τα κάγκελα το νέο κύμα πλήθους που βγαίνει στη σκηνή. Αλλοι φορούν πορτοκαλί σωσίβια, κάποιοι κουβαλάνε στα χέρια τους το βιος τους, όλοι τους κλείνονται πίσω από τα σίδερα αφού οι στρατιώτες τους εμποδίζουν το πέρασμα και απαντούν στην απόγνωση που φαίνεται στα πρόσωπά τους με βία.
Η συγκεκριμένη στιγμή που έφερε στο μυαλό πολλές από τις αντίστοιχες τραγωδίες της προσφυγικής κρίσης των τελευταίων ετών και της Ευρώπης των παραπετασμάτων, αν και βρέθηκε στην αρχή κιόλας της προχθεσινής παράστασης της «Κάρμεν», δεν επισκίασε την ιστορία του Ζορζ Μπιζέ. Αντίθετα, έστησε ένα πλαίσιο προβληματισμού για το κοινό – με μικρές δόσεις ηχητικών εφέ και βιντεοπροβολών – και εξυπηρέτησε στο έπακρο τη σύγχρονη σκηνοθετική ματιά. Δύο χρόνια μετά την πρώτη παρουσίασή της στο Ηρώδειο, η παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με την υπογραφή του Στίβεν Λάνγκριτζ επέστρεψε στον ίδιο χώρο, εξαιρετικά επίκαιρη ως προς τα μηνύματα αλλά και συνάμα ανανεωμένη χάρη στη νέα διάσταση όπου την τοποθέτησε η πρωταγωνίστρια Ανίτα Ρατσβελισβίλι.
ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΚΑΡΜΕΝ. Η μέτζο σοπράνο από τη Γεωργία, η καλύτερη ίσως τραγουδίστρια που έχει ερμηνεύσει στη σύγχρονη εποχή τον ρόλο της Κάρμεν, ανέδειξε με την απλότητα της ερμηνείας της διαφορετικές πτυχές της Τσιγγάνας από την Ανδαλουσία. Χωρίς περιττά φτιασίδια στο στήσιμό της, ορθώνοντας το υποκριτικό και μουσικό της ανάστημα απέναντι στις απαιτήσεις του ρόλου, κατάφερε να παρουσιάσει μια πιο ανθρώπινη Κάρμεν και όχι τη φαμ φατάλ που συνηθίζουν να δείχνουν οι συνήθεις προσεγγίσεις. Κάποιες στιγμές πλανεύτρα με τον αισθησιακό χορό της πάνω στο τραπέζι, άλλες δυναμική με υπέρμετρο ταμπεραμέντο απορρίπτοντας τους άνδρες που δεν ποθεί, αλλά πάντα υπέρμαχη της ελευθερίας σε κάθε έκφανσή της, απέδειξε περίτρανα με την καθηλωτική της φωνή γιατί λίγες μέρες νωρίτερα η μεγάλη Αγνή Μπάλτσα είχε εκφράσει τον θαυμασμό της.
Απέναντί της είχε τον γοητευτικό Δον Χοσέ του Τσέχου Πάβελ Τσέρνοχ, που την ακολούθησε στη μεγάλη ερμηνεία και μαζί έγιναν ένα φλογερό ντουέτο που κέρδισε δίκαια την προσοχή αλλά και το χειροκρότημα το βράδυ της Τρίτης. Ο Λουκάς Καρυτινός διηύθυνε με ένταση την ορχήστρα, οδηγώντας τους μουσικούς αλλά και το υπόλοιπο καστ της παραγωγής σε μεστά μουσικά μονοπάτια, περιστοιχίζοντας με ωραίο τρόπο το πρωταγωνιστικό δίδυμο. Μπροστά στις κατάμεστες κερκίδες του αρχαίου θεάτρου, η ζοφερή Ισπανία των καμπαρέ και των απόκληρων, βγαλμένη από τα πλάνα του Αλμοδόβαρ, συνάντησε τη ρημαγμένη σοβινιστική Ευρώπη, κολύμπησαν στα πελάγη του έρωτα αλλά στο τέλος κάηκαν από τη φωτιά του. Ενα τόσο χαρακτηριστικό αλλά και επίκαιρο τέλος, για το φινάλε μιας αξιομνημόνευτης σεζόν για την Εθνική Λυρική Σκηνή.