Ηθελα από παιδί να γίνω δημοσιογράφος.
Τότε δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα βρεθώ να διαβάζω ειδήσεις τύπου «ο αριθμός των πτωμάτων ανέβηκε στα 86 καθώς διαπιστώθηκε ότι πάνω σε κάποιες από τις σορούς υπήρχαν μέρη με διαφορετικό γενετικό υλικό». Ακόμη πιο σίγουρα δεν θα φανταζόμουν ότι θα περνούσα τη μέρα μου ασχολούμενη με τύπους όπως π.χ. ο Πάνος ο Καμμένος (τυχαίο παράδειγμα, αλλά δυνατό, ε;), γιατί, ας είμαστε ειλικρινείς, ούτε παιδί ούτε συγγραφέας δεν θα μπορούσε να επινοήσει τον Πάνο Καμμένο, αφού καμιά φορά φαντασιώνομαι να πιάνω κουβέντα με τον Στίβεν Κινγκ και να του λέω για τον Πάνο Καμμένο και να τραβάει τα μαλλιά του που δεν τον είχε σκεφτεί αυτός πρώτος.
Οι πυρκαγιές στην Ανατολική Αττική και η καταμέτρηση των νεκρών – την ώρα που τα γράφω αυτά δεν έχει τελειώσει – με βρήκε 33 χρονών, καθόλου παιδί, αλλά πολύ κουρασμένη, πολύ απογοητευμένη, με συνεχείς κρίσεις του στυλ «Τι κάνω στη ζωή μου; Πού πάει αυτή η δουλειά; Γιατί δεν άνοιξα τυροπιτάδικο; Γιατί δεν μετακομίζω στο Καστελλόριζο;» και μερικά άλλα που πραγματικά δεν θέλετε να διαβάσετε.
Επίσης με βρήκαν σε μια πολύ ειδική προσωπική κατάσταση. Με βρήκαν σε ένα πολύ πραγματικό κι ουσιαστικό πένθος μετά την απώλεια λατρεμένου φίλου.
Δεν μπορώ τον θάνατο, προφανώς, ούτως ή άλλως, αλλά τώρα με θυμώνει, με κάνει να θέλω να ουρλιάξω, τον μισώ τον θάνατο, τον βίαιο θάνατο, τον πρόωρο θάνατο, το άκουσμα του φρικτού θανάτου παιδιών, γίνομαι έξαλλη, δεν είναι απλώς ότι θέλω να κλάψω και να ουρλιάξω, είναι ότι αυτή τη φορά και έκλαψα και ούρλιαξα.
Δεν ξέρω γιατί ακριβώς τα γράφω αυτά. Μάλλον σας δικαιολογούμαι προκαταβολικά πριν ομολογήσω ότι αυτή τη φορά το να γράψω από καρδιάς, σχεδόν αυτόματα, ήταν πιο δύσκολο από ποτέ. Πριν ομολογήσω δηλαδή ότι νιώθω φοβερό πόνο, οδύνη και θυμό.
Το χειρότερο δε είναι ότι δεν μοιάζει με τον πόνο μέσα στον οποίο μπορείς να βυθιστείς και να αφήσεις να σε τυλίξει η μαυρίλα του και να θολώσεις και να τον ζήσεις έτσι εγωκεντρικά. Οχι. Είναι αυτός ο πόνος που σε πιάνει μανία να τα δεις όλα καθαρά, μπας και με απαντήσεις ηρεμήσει η σκέψη σου.
Δεν κατηγορώ όσους δεν πονάνε, πάρα μόνο αυτούς που κατηγορούν τα θύματα ή που θέλουν να τα εξαφανίσουν από τη συζήτηση. Που κάθονται και μας λένε ότι οφείλουμε να συζητήσουμε για τις «ανομίες τους», στις οποίες «οφείλεται» ο θάνατός τους. Μας λένε ότι δεν πρέπει να ρωτάμε επίμονα τι έκανε η πολιτεία. Μας λένε ότι αν ρωτάμε τι έκανε η πολιτεία τώρα, σημαίνει πως δηλώνουμε πως παλιά η πολιτεία τα έκανε τέλεια ή πως παλιά δεν ρωτάγαμε τι κάνει η πολιτεία ή ό,τι άλλο εν πάση περιπτώσει επινοήσει το διεστραμμένο μυαλό τους. Η ίδια ιστορία τόσα χρόνια. «Ναι, αλλά τότε δεν λέγατε… τότε δεν σας πείραζε…». Με τόση λύσσα, λες και παίζουμε στην «Υπολοχαγό Νατάσσα», να είμαι σαν την Αλίκη αλυσοδεμένη με το κομπινεζόν στην Κομαντατούρ και να ουρλιάζω «Δεν είμαι η Νατάσσα Αρσένη! Δεν έχω αυθαίρετο! Δεν με νοιάζει ποια κυβέρνηση, με νοιάζει να μάθω γιατί πέθαναν έτσι αυτοί οι άνθρωποι!».
Θυμάμαι τη Δευτέρα να διαβάζω άναυδη πως η σοβαρότητα της πυρκαγιάς είναι επινόηση των αντιπολιτευτικών Μέσων. Να σας πω κάτι; Εχουμε πολλά ελαττώματα ως κλάδος. Αλλά μπορώ να σας διαβεβαιώσω πως οι περισσότεροι από εμάς τουλάχιστον δεν τη βρίσκουμε να μεταδίδουμε θανάτους. Η πλειοψηφία ό,τι πήραμε από τη δουλειά το κουβαλάμε σπίτι, στους δικούς μας, στο μαξιλάρι μας. Πολλοί θα πουν ότι αυτό είναι λάθος, στο όνομα ενός περίεργα νοούμενου «επαγγελματισμού» που επιτάσσει να παραχωρείς κάτι από την ανθρώπινη υπόστασή σου. Τρίχες. Μπούρδες, ανοησίες. Λες και το μυαλό του ανθρώπου έχει διακόπτες με τους οποίους παίζει κατά βούληση. Μόνο δικαιολογίες και υπεκφυγές για τη γαϊδουριά και την κακία έχει.
Ηθελα από παιδί να γίνω δημοσιογράφος. Εγινα. Δεν είναι πάντα καλά, αλλά το παλεύω. Ηθελα κι έγινα πάντως. Κτήνος και φανατισμένη δεν ήθελα να γίνω ποτέ και θα παρακαλάω πάντα να μη γίνω. Με τρομάζουν, βλέπετε, αυτοί με τις πολλές βεβαιότητες.

Πού ζουν όλοι αυτοί;
Δεν μπορώ να κατανοήσω αυτούς που δεν νιώθουν ειλικρινή οδύνη και ταύτιση όταν ακούν για ανθρώπους που ξύπνησαν σε μια φαινομενικά βαρετή Δευτέρα σαν όλες τις άλλες και βρέθηκαν καμένοι ή πενθούντες. Δεν μπορώ να κατανοήσω αυτούς που διαβάζουν τις μαρτυρίες των ανθρώπων κάθε ηλικίας που πέρασαν ώρες μέσα στα ανοιχτά της θάλασσας για να σωθούν και δεν νιώθουν την αγωνία τους.