Είναι κάτι που πολλοί το έχουμε αισθανθεί, έστω και αν διστάζουμε να το ομολογήσουμε ακόμη και στον εαυτό μας. Χωρίς να νιώθει κανείς ότι του έχει λείψει η αγάπη και το ενδιαφέρον των άλλων είτε πρόκειται για φίλους είτε για συγγενείς, «συλλαμβάνει» συχνά τον εαυτό του, κυρίως στους δρόμους και στα μέσα συγκοινωνίας, να «ζηλεύει» ανθρώπους άλλοτε ηλικιωμένους ή συχνά και πολύ νεαρά άτομα, που μια αναπηρία τα έχει καθηλώσει σε καροτσάκι ή κάνει απαραίτητη την ύπαρξη συνοδού ώστε να μπορούν να κυκλοφορούν στους δρόμους. Δεν εννοούμε σαφώς κανενός είδους μαζοχισμό και ότι δεν δοξάζει κανείς τον Θεό, όταν δεν του χρειάζεται καμιά απολύτως βοήθεια για κάτι που λογαριάζεται αυτονόητο, αλλά δυστυχώς δεν είναι πάντα. Οταν όμως βλέπεις τα πρόσωπα των ανθρώπων που συμπαρίστανται στους ανάπηρους με διάχυτη πάνω τους μια ευφροσύνη και συχνά μια ξεχωριστή λάμψη – σε αντίθεση με τα συνήθως μαραμένα πρόσωπα των ανθρώπων που δοκιμάζονται – και ότι όχι απλώς δεν αισθάνονται ως αγγαρεία αυτό που κάνουν, αλλά θα τους φαινόταν αδιανόητο να ασχοληθούν με οτιδήποτε άλλο, δεν γίνεται να μην αναρωτηθείς γιατί, αλήθεια, θα πρέπει να μεταβάλλονται σε ακραίες οι συνθήκες της ζωής ενός ανθρώπου, προκειμένου να του προσφερθεί κάτι που όλοι μας το έχουμε ανάγκη ακόμη και μέσα στις πιο φυσιολογικές, κανονικές συνθήκες.
Γιατί θα πρέπει να «φωνάζει» η εξωτερική μας αναπηρία ώστε να της επιδαψιλεύεται μια βοήθεια που εξίσου μπορεί να χρειάζεται με μια άλλη ασφαλώς μορφή η εσωτερική μας αναπηρία; Χωρίς να μπορεί να βεβαιώσει κανείς ποιος είναι τελικά ο πιο απαρηγόρητος: Ο άνθρωπος στο καροτσάκι που οι ανάγκες του προκειμένου να εξυπηρετηθούν χρειάζονται τον τριπλάσιο χρόνο σε σχέση με τις ανάγκες ενός «κανονικού» ανθρώπου, ο χρόνος όμως αυτός του δίνεται χωρίς καμιά βαρυγκόμια, συχνά μάλιστα και με ευγνωμοσύνη, ή ο άνθρωπος που οι άλλοι δυσανασχετούν μαζί του γιατί συχνά απλά εξέφρασε μια εντελώς εσωτερικής φύσεως ανάγκη του;