Το πεδίο μέσα στο οποίο οι αγορές θα σταθμίσουν τη στάση τους απέναντι στα ελληνικά ομόλογα αναμένεται να διαμορφώσει η ανάλυση βιωσιμότητας του ελληνικούς χρέους του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, τα αποκαλυπτήρια της οποίας θα γίνουν σήμερα στην Ουάσιγκτον.
Η περίφημη έκθεση άρθρου 4 του ΔΝΤ θα επιβεβαιώνει τη μεσοπρόθεσμη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, που αποτελεί κεντρικό σημείο αναφοράς για τις αγορές από τις οποίες θα εξαρτάται πλέον η Ελλάδα. Το χρέος θα κρίνεται βιώσιμο μεσοπρόθεσμα μέχρι το 2032 ενώ μακροπρόθεσμα θα εγείρονται σοβαρές ενστάσεις, με το Ταμείο να πετάει το μπαλάκι στους Ευρωπαίους οι οποίοι έχουν δεσμευτεί ότι θα λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα αν υπάρξει ανάγκη.
«Η Ελλάδα σχεδιάζει επιστροφή στις αγορές σε μια προσπάθεια να ανακτήσει το στάτους της ως μια κανονική χώρα, έγραψε χθες το Bloomberg μεταφέροντας δηλώσεις έλληνα αξιωματούχου ο οποίος ανέφερε ότι «ο στόχος είναι η χώρα να μην εκδίδει περισσότερο χρέος από αυτό που ωριμάζει κάθε χρόνο». Για το 2019, οι ωριμάσεις χρέους ανέρχονται σε περίπου 10-11 δισ. ευρώ, ενώ για τα επόμενα δύο έτη το ποσό μειώνεται στα 5 δισ. σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΔΔΗΧ. Αυτό  σημαίνει σύμφωνα με τον ίδιο πως η Ελλάδα δεν θα χρειαστεί να εκδώσει περισσότερους από δύο ή τρεις τίτλους ετησίως, και αν υπάρξει ανάγκη για περισσότερους τότε η χώρα μπορεί να ξανανοίξει μια προηγούμενη έκδοση.
«Υπάρχει ακόμα δουλειά που πρέπει να γίνει προκειμένου να ανακτηθεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών και η πλήρης πρόσβαση στις αγορές», σχολίασε στο Bloomberg o επικεφαλής του τμήματος σταθερού εισοδήματος της Alpha Trust Mutual Fund Management Δημήτρης Νταλίπης.
Ποια είναι τα ρίσκα
Ρίσκα βλέπει ο διευθυντής της Eurasia Group, Mujtaba Rahman και όπως δηλώνει στο Bloomberg. «Ενας συνδυασμός εσωτερικών και εξωτερικών ρίσκων θα μπορούσε να βλάψει την πρόσβαση της Ελλάδας στις αγορές τους επόμενους μήνες». Οπως λέει, το ένα ρίσκο είναι πολιτικό και συνδέεται με την πιθανότητα κατάρρευσης της κυβέρνησης ή πρόωρων εκλογών. Το δεύτερο αφορά τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει στην Ελλάδα η επικείμενη αναμέτρηση μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ενωσης και της Ιταλίας αναφορικά με τον προϋπολογισμό της Ρώμης.

Χάρτινος πύργος
Αμφιβολίες για το εάν η χώρα θα μπορέσει να σταθεί μελλοντικά στα πόδια της εκφράζει η εφημερίδα «Suddeutsche Zeitung» σε εκτενές της άρθρο για την ολοκλήρωση του τρίτου προγράμματος στήριξης. Οπως σημειώνει η εφημερίδα, «ανάλυση της Κομισιόν καταδεικνύει πόσο γρήγορα μπορεί να καταρρεύσει ο ελληνικός χάρτινος πύργος. Σύμφωνα με αυτήν, ένα μειωμένο κατά 0,7% πλεόνασμα με παράλληλη μείωση των ρυθμών ανάπτυξης κατά 0,2% και ελαφρά αύξηση του κόστους αναχρηματοδότησης δεν θα οδηγούσε σε μείωση, αλλά σε αύξηση του χρέους σε πάνω από 230% επί του ΑΕΠ. Το ότι το ΔΝΤ δεν θέλει να είναι συνυπεύθυνο για έναν τόσο εξειδικευμένο υπολογισμό που δεν επιτρέπει περιθώρια απόκλισης είναι απολύτως κατανοητό». Σύμφωνα με την εφημερίδα, «οι υπουργοί  Οικονομικών της ευρωζώνης φαίνεται να έχουν επίσης μικρή εμπιστοσύνη στη βούληση της ελληνικής κυβέρνησης να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις και περικοπές. Αυτό φαίνεται και από το ότι τα κέρδη που σημειώνει η ΕΚΤ με την αγορά ελληνικών ομολόγων θα επιστρέφονται μόνον όταν η Ελλάδα θα τηρεί το συμπεφωνημένο πρόγραμμα περικοπών και μεταρρυθμίσεων. Αγνωστο εάν αυτό αποτελεί κίνητρο για την Ελλάδα να υλοποιήσει μεταρρυθμίσεις. Στο παρελθόν η ελληνική κυβέρνηση προτίμησε να αρνηθεί τέτοια πρόσθετα έσοδα από το να υλοποιήσει μη δημοφιλείς μεταρρυθμίσεις».
Ο οίκος αξιολόγησης Moody"s ο οποίος αναβάθμισε τις  προοπτικές των ελληνικών τραπεζών από σταθερές σε θετικές εκτιμά πως, παρά το βελτιούμενο λειτουργικό τους περιβάλλον, τα προβλήματα παραμένουν. Οι  αναλυτές του Moody"s προειδοποιούν ότι το θετικό μομέντουμ θα εξαρτηθεί από τη στάση της κυβέρνησης και την αποφασιστικότητά της να προχωρήσει τις δομικές μεταρρυθμίσεις, ώστε να προσελκύσει περισσότερες ξένες επενδύσεις. Και προβλέπουν ότι θα χρειαστούν τουλάχιστον 18 ακόμη μήνες έως την πλήρη άρση των capital controls.
Ο Moody"s αναμένει αύξηση του ΑΕΠ κατά 2% φέτος και 2,2% το 2019, βασιζόμενο κυρίως στην ισχυρή αύξηση των εξαγωγών και στον κλάδο των υπηρεσιών λόγω της δυναμικής που εμφανίζει ο τουρισμός.
Οροφή το 2% στο καλό σενάριο για την ελληνική οικονομία βλέπει   η Eurobank για την ανάπτυξη το 2018. Σύμφωνα με τους οικονομολόγους της, στο κύριο σενάριο ο ρυθμός μεταβολής του πραγματικού ΑΕΠ εκτιμάται στο 1,8% για το 2018. Ενώ σε ένα εναλλακτικό σενάριο ευνοϊκότερης εξέλιξης του κινδύνου χώρας και συνεπώς των επενδύσεων, η ανάπτυξη μπορεί να κινηθεί στην περιοχή του 2%.
Αναφορικά με την απόφαση του Eurogroup της 21ης Ιουνίου σχετικά με τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους επισημαίνουν ότι υποστηρίζει τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους μεσοπρόθεσμα και πιο μακροπρόθεσμα αλλά σε ένα πολύ αυστηρό πλαίσιο υποθέσεων (ανάπτυξη άνω του 1,3% μακροπροθέσμως, πρωτογενή πλεονάσματα 2,2% του ΑΕΠ μεταξύ 2013-2060, μέσο κόστος δανεισμού στο 4,9% για την προαναφερθείσα περίοδο). Ωστόσο, υπογραμμίζουν ότι η μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους απαιτεί τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων τα επόμενα χρόνια και την αποφυγή αναστροφής των μεταρρυθμίσεων που έχουν ήδη εφαρμοστεί μεταξύ 2010-2018. «Τυχόν αποκλίσεις από τις παραπάνω συνθήκες ενδέχεται να επιφέρουν κινδύνους για την επιστροφή του δημόσιου χρέους σε μη βιώσιμα επίπεδα» αναφέρουν χαρακτηριστικά οι οικονομολόγοι της
τράπεζας.

ΟΟΣΑ
Μεγάλη μείωση στον πλούτο των Ελλήνων
Σχεδόν κατά 30% μειώθηκε η περιουσία των ελληνικών νοικοκυριών στο διάστημα 2009-2014. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, από τα 147.757 ευρώ που ανερχόταν το 2009 η μέση περιουσία (κινητή και ακίνητη) των νοικοκυριών, πέντε χρόνια μετά, το 2014, περιορίστηκε στα 104.199 ευρώ, ενώ την τελευταία τριετία η καταιγίδα φόρων που επέβαλε – κυβέρνηση συρρίκνωσε ακόμη περισσότερο τον πλούτο των Ελλήνων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ:
– Ο μέσος πλούτος ανά άτομο από τα 55.972 ευρώ που ανερχόταν το 2009 μειώθηκε στα 41.414 ευρώ το 2014.
– Τα μέσα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία (καταθέσεις, μετοχές κ.λπ.) ανά νοικοκυριό από 18.701 ευρώ το 2009 προσγειώθηκαν στα 14.760 ευρώ πέντε χρόνια αργότερα.
– Το μέσο χρέος των νοικοκυριών από 47,20% του εισοδήματός τους το 2009 αυξήθηκε σε 53,30% του εισοδήματος το 2014. Δηλαδή από τα 100 ευρώ του εισοδήματός τους τα 53,30 ευρώ πηγαίνουν για τα χρέη τους σε δάνεια και φόρους.