«Συγγνώμη», «θα γίνουμε καλύτεροι», «έχουμε επίγνωση της ευθύνης μας»: πόσες και πόσες φορές δεν έχει επαναλάβει αυτά τα λόγια ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ. Και εντούτοις, μια βρετανική κοινοβουλευτική επιτροπή που ερευνά τους τρόπους με τους οποίους εκμεταλλεύεται η Ρωσία τα σόσιαλ μίντια προκειμένου να επηρεάσει εκλογικές διαδικασίες κατηγορεί τώρα το Facebook για «ανειλικρινείς απαντήσεις» σε κάποιες ερωτήσεις της και αποφυγή άλλων «σε σημείο παρακώλυσης» και ζητεί αυστηρότερους κανονισμούς, επιβολή διαφάνειας και τερματισμό της ατιμωρησίας των εταιρειών υψηλής τεχνολογίας. Για «σημείο καμπής» κάνει λόγο ο επικεφαλής της βρετανικής Επιτροπής Ψηφιακών Μέσων, Πολιτισμού, Μίντια και Αθλητισμού, Ντέμιαν Κόλινς, «όσον αφορά τη συνειδητοποίηση των πολιτών πως είναι οι ίδιοι το προϊόν και όχι απλώς οι χρήστες μιας δωρεάν υπηρεσίας». Η επίμαχη έκθεση της βρετανικής κοινοβουλευτικής επιτροπής η οποία δόθηκε στη δημοσιότητα χθες καθώς και η ακρόαση που έχει προγραμματίσει για αυτή την εβδομάδα στην Ουάσιγκτον η Επιτροπή Πληροφοριών της αμερικανικής Γερουσίας για τις επιχειρήσεις έξωθεν επηρεασμού στους ιστοτόπους κοινωνικής δικτύωσης έρχονται σε μια κρίσιμη στιγμή για το Facebook: μια σειρά από σκάνδαλα που αφορούν τη διασπορά παραπλανητικών πληροφοριών καθώς και την κατάχρηση προσωπικών δεδομένων έχουν αρχίσει να πλήττουν την ανάπτυξη της εταιρείας σε χρήστες και διαφήμιση. Την περασμένη Τετάρτη, το Facebook αποκάλυψε πως η ανάπτυξή του επιβραδύνθηκε καθώς καλείται να καταβάλλει ολοένα και μεγαλύτερο κόστος στην προσπάθεια αποκατάστασης της αξιοπιστίας του: η είδηση έκανε τη μετοχή του να πραγματοποιήσει μέσα σε ένα 24ωρο βουτιά 20%, αφαιρώντας 120 δισ. δολάρια από την αξία της εταιρείας. Τα προβλήματα του Facebook άρχισαν όπως επισημαίνουν οι «New York Times» να αυξάνονται όταν οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών κατέληξαν στο συμπέρασμα πως Ρώσοι είχαν χρησιμοποιήσει ψευδείς ταυτότητες ώστε να διασπείρουν προπαγάνδα στο Facebook και σε άλλα σόσιαλ μίντια ώστε να επηρεάσουν τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 2016. Η αποκάλυψη αυτή συνετέλεσε στη συγκρότηση της βρετανικής κοινοβουλευτικής επιτροπής που θέλησε με τη σειρά της να διαπιστώσει αν η Ρωσία κατέβαλε ανάλογες προσπάθειες ώστε να επηρεάσει το δημοψήφισμα του 2016 για το Brexit. Στην έκθεσή της, η επιτροπή αναφέρεται σε έρευνα που δείχνει πως μέσα στους έξι μήνες που προηγήθηκαν του δημοψηφίσματος τα δύο αγγλόφωνα προπαγανδιστικά Μέσα του Κρεμλίνου, το Sputnik και το «Russia Today», είχαν δημοσιεύσει συνολικά 261 άρθρα υπέρ του Brexit – τα οποία κατάφεραν με κάποιο τρόπο να φτάσουν σε περισσότερους χρήστες στο Τwitter από το περιεχόμενο που παρήγαγαν οι δύο βασικές εκστρατείες υπέρ του Brexit.
Στην έκθεσή της, ωστόσο, η επιτροπή καταγγέλλει πως η μη συνεργασία των ιντερνετικών εταιρειών εμπόδισε τις προσπάθειές της να αποτιμήσει την έκταση των ρωσικών επιχειρήσεων χειραγώγησης της κοινής γνώμης μέσω της χρήσης ψευδών ταυτοτήτων ή διχαστικών μηνυμάτων στα σόσιαλ μίντια. «Ξανά και ξανά το Facebook επέλεξε να αποφύγει να απαντήσει στις γραπτές και προφορικές ερωτήσεις μας», ενώ εμφανίζεται απρόθυμο να κάνει δική του έρευνα, σημειώνει. «Οι εταιρείες των σόσιαλ μίντια δεν μπορούν να κρύβονται πίσω από τον ισχυρισμό ότι είναι απλές πλατφόρμες», προσθέτει. «Γιατί αυτό δεν είναι αληθές∙ συνεχώς αλλάζουν το ορατό περιεχόμενο των ιστοτόπων τους με βάση αλγόριθμους και ανθρώπινες παρεμβάσεις». Η βρετανική επιτροπή δεν μένει στις καταγγελίες, προχωρά σε μια σειρά από προτάσεις, από τον καθορισμό προτύπων ακρίβειας και αμεροληψίας για τα σόσιαλ μίντια και έναν νέο φόρο στις εταιρείες του Ιντερνετ από τον οποίο θα χρηματοδοτείται η διευρυμένη επιτήρηση μέχρι την υποχρεωτική δημόσια γνωστοποίηση των χορηγών που βρίσκονται πίσω από οποιαδήποτε ονλάιν πολιτική διαφήμιση ή πληρωμένο μήνυμα και μια θεαματική αύξηση των προστίμων για τις παραβιάσεις του εκλογικού νόμου σε ένα προκαθορισμένο ποσοστό των εταιρικών εσόδων. «Δεν μπορεί να αφήνουμε το Facebook να βαθμολογεί το ίδιο τα γραπτά του», επιμένει.