Το βασικό θεσμικό χαρακτηριστικό αυτής της μοιραίας για τον τόπο κυβέρνησης είναι ότι ουδέποτε αναλαμβάνει τις ευθύνες της. Ή, όταν καμιά φορά τις αναλαμβάνει, μόνο φραστικά, δεν γνωρίζει ή τσαλαπατά τις συνταγματικές συνέπειες της παραδοχής της.
Αυτό ακριβώς συνέβη με την κατόπιν εορτής «ανάληψη πολιτικής ευθύνης» για την τραγωδία στην Ανατολική Αττική. Η ανάληψη της ευθύνης αυτής, από το στόμα μάλιστα του Πρωθυπουργού και στο όνομα ολόκληρης της κυβέρνησης, έχει μία και μόνη, και αυτόματα επερχόμενη, έννομη συνέπεια: την υποβολή παραίτησης. Είναι άλλο πράγμα η συγγνώμη η έλλειψη της οποίας, στη συγκεκριμένη περίπτωση, εντυπωσιάζει αρνητικά, αλλά δεν επιφέρει αποτελέσματα στη διακυβέρνηση. Και άλλο η αποδοχή ότι υπάρχει – όπως και προφανώς υπήρξε, λόγω του μεγέθους της καταστροφής αλλά και των καθημερινά αναδεικνυόμενων λαθών και παραλείψεων της κρατικής μηχανής – πολιτική ευθύνη, κάτι που συνεπάγεται ότι η κυβέρνηση απέσυρε την εμπιστοσύνη από τον εαυτό της. Δεν πρόκειται εδώ για άρση κοινοβουλευτικής εμπιστοσύνης που ρυθμίζεται από το άρθρο 84 του Συντάγματος και επιλύεται διά της υποβολής πρότασης εμπιστοσύνης ή δυσπιστίας. Αλλά για συναγωγή της μόνης δυνατής συνέπειας από τον θεμελιώδη κανόνα της συλλογικής ευθύνης της κυβέρνησης (άρθρο 85) – ευθύνη που, εφόσον «αναλαμβάνεται», οδηγεί ουσιαστικά σε παραδοχή ότι η κυβέρνηση δεν διαθέτει ούτε καν εσωτερική νομιμοποίηση για να ασκήσει τη συνταγματική αποστολή της.
Ανάληψη ευθύνης σε μια λειτουργούσα δημοκρατία δεν μπορεί ποτέ να σημαίνει «αναλαμβάνω στα λόγια και συνεχίζω σα να μην συνέβη τίποτα» – αυτό είναι το αντίθετο της ευθύνης, η απόσεισή της διά της υποκρισίας. Ακόμα και υπό το καθεστώς πλήρους άγνοιας ή συνειδητής παραβίασης των συνταγματικών κανόνων που χαρακτηρίζουν τη σημερινή κυβέρνηση και τον Πρωθυπουργό, μια τέτοια παραδοχή δεν μπορεί να πέσει στο κενό. Το Σύνταγμα δεν προβλέπει μηχανισμό επιβολής της παραίτησης: αφήνει αυτή τη δέσμια πολιτική πράξη στο φιλότιμο ή στη θεσμική αυτογνωσία κάθε κυβέρνησης, όπως και να αυτοχαρακτηρίζεται και όποιες και αν είναι οι επιδόσεις της στην εξουσία. Μέσα στη δημοκρατική αφέλειά του αλλά και στην εγγενή ανοιχτοσύνη του, το Σύνταγμα δεν λαμβάνει καν υπόψη του ότι είναι δυνατόν μια κυβέρνηση να αποσύρει την εμπιστοσύνη από τον εαυτό της και να συνεχίσει να κυβερνά. Αλλά και αυτό έχει συνέπειες: όταν θα έρθει η ώρα της μέτρησης αυτής της εμπιστοσύνης από τον λαό, η διάρρηξή της θα είναι διπλή.
Σε κάθε περίπτωση, η παρούσα κυβέρνηση είναι στον αέρα: είτε το γνωρίζει είτε όχι, είτε το θέλει είτε όχι, από την Κυριακή τελεί υπό παραίτηση.

Ο Κώστας Μποτόπουλος είναι συνταγματολόγος