Είναι ένα από τα πιο παλιά αλλά και πιο κακομεταχειρισμένα αστεία: άντρας μεταμφιέζεται σε γυναίκα επιδιδόμενος σε κάθε λογής χοντροκομμένες (ή λεπτοδουλεμένες) διακωμωδήσεις της θηλυπρέπειας (ή και της αρρενωπότητας). Στις «Θεσμοφοριάζουσες» πάντως, η παρενδυσία του βασικού χαρακτήρα, του ταλαίπωρου Μνησίλοχου, εξυπηρετεί καταρχήν αφηγηματικά τον έτερο ήρωα, τον αναστατωμένο (και για τον Αριστοφάνη «αχώνευτο») Ευριπίδη: πληροφορημένος ότι μεσούσης της μεγάλης γιορτής τους, των Θεσμοφορίων, οι γυναίκες ετοιμάζονται να τον τιμωρήσουν γιατί τις κακολογεί στις τραγωδίες του, στέλνει τον φτωχό συγγενή του ντυμένο γυναικεία για να τις μεταπείσει. Εκείνες, ακούγοντας μια «δική τους» πρώτα να τις υπερασπίζεται προσχηματικά κι έπειτα να υποστηρίζει τον Ευριπίδη, αγανακτούν. Επιβεβαιώνουν από τον Κλεισθένη, γνωστό όπως λέγεται για τη γυναικοπρεπή του εμφάνιση, ότι κάποιος κατάσκοπος κυκλοφορεί ανάμεσά τους, τον οποίο και τελικά τσακώνουν.
Στο μεταξύ, οι αθυροστομίες, τα πειράγματα και οι γελοιοποιήσεις αφθονούν. Πώς όμως προσεγγίζονται σήμερα όλα αυτά; Πώς διακωμωδούνται παραστασιακά οι γυναίκες και οι ομοφυλόφιλοι, ενώ η ισοτιμία και η διαφορετικότητα γίνονται έστω και λίγο πιο δεδομένες; Είναι ένα ζητούμενο, που ο σκηνοθέτης και καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος υπογραμμίζει ήδη από το εισαγωγικό σημείωμα της δικής του εκδοχής του έργου.
Αν λοιπόν για τις «Θεσμοφοριάζουσες» του 21ου αιώνα τα ερωτήματα αισθητικής και σκηνικής προσέγγισης είναι τα βασικότερα από δικαιωματική σκοπιά, τότε στις παραστάσεις της περασμένης Παρασκευής και του Σαββάτου στην Επίδαυρο μια πρώτη απάντησή τους ίσως αναζητήθηκε στο άδολο πείραγμα, στο αθώο γέλιο προς όλες τις κατευθύνσεις: ο Αγάθωνας του Γιώργου Χρυσοστόμου, ο γυναικωτός ποιητής που αρχικά καλείται, αλλά αρνείται να παρεισφρήσει στα Θεσμοφόρια, ήταν διασκεδαστικός περισσότερο λόγω της προσωπικότητας παρά της ιδιότητάς του – ομοίως και ο «ατριχοκίναιδος» Κλεισθένης στην εκδοχή του Γιώργου Παπαγεωργίου. Οι μεγαλοστομίες και η κουτοπονηριά του Ευριπίδη όπως τις απέδωσε απολαυστικά ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, αλλά και η ηλιθιωδώς κτηνώδης «αντρίλα» του Τοξότη (επίσης του Χρυσοστόμου), δεν άφηναν κανέναν αμέτοχο του γέλιου έτσι σωματικά, λεκτικά και ρυθμικά δουλεμένες που ήταν. Κι ο παιχνιδιάρης Μνησίλοχος του Μάκη Παπαδημητρίου (ένας ρόλος που στο παρελθόν έχουν ερμηνεύσει ο Ντίνος Ηλιόπουλος ή και ο Θύμιος Καρακατσάνης), όταν λ.χ., αιχμάλωτος πια των γυναικών, προσπαθούσε να κάνει σινιάλο στον Ευριπίδη απαγγέλλοντας κάποιους στίχους του που ενεργοποιούσαν όχι μόνο τα διασωστικά αντανακλαστικά του τραγικού, αλλά και την αυταρέσκειά του, προκαλούσε θυμηδία ακόμα και αν με τις κινήσεις των δαχτύλων του έλεγε απλώς στον σωτήρα του κάτι σαν «τελείωνε».
Η ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ. Μια άλλη απάντηση σε εκείνα τα αισθητικά ζητήματα ίσως να προέκυπτε για τον ενδιαφερόμενο μέσα από την φανερή εμπιστοσύνη της ομάδας στο ίδιο το έργο, το κείμενο των «Θεσμοφοριαζουσών». Η μετάφραση του Παντελή Μπουκάλα ούτε να λιμάρει ήθελε ούτε να επικαιροποιήσει ούτε και να υπερθεματίσει στανικώς τον αριστοφανικό λόγο, μάλλον να τον δοκιμάσει, να τον γευτεί. Αντίστοιχα, τα σκηνικά της Μαγδαληνής Αυγερινού και τα κοστούμια του Αγγελου Μέντη σε ευδιάκριτη επικοινωνία μεταξύ τους διέθεταν την παιγνιώδη αθωότητα τόσο της εγχώριας λαϊκής εικονογραφίας όσο και του σύγχρονου ή και καρτουνίστικου ντιζάιν. Η ζωντανά παιγμένη μουσική του Νίκου Κυπουργού ευθύμως μεσογειακή, αλλά και οι κινήσεις, οι χορογραφίες της Σεσίλ Μικρούτσικου ευφάνταστα απρόβλεπτες δεν εντάσσονταν απλώς στη δράση, αλλά της έδιναν και σπιρτάδα ή ρυθμό: το τραγούδι του Αγάθωνα ή τα καμώματα του μεταμφιεσμένου Μνησίλοχου ήταν από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Κι ο βασικός φορέας όλων των παραπάνω, ο Χορός των γυναικών, εκπροσωπημένος πιο ορατά από την Ελένη Ουζουνίδου, την Ανδρη Θεοδότου, τη Μαρία Κατσανδρή και τη Νάντια Κοντογεώργη, μεταμορφωνόταν αβίαστα από μυθικό, αναμαλλιασμένο αγρίμι, σε τρυφερό, ποιητικό και με έγνοια για τη δημοκρατία και την ισότητα πλάσμα.
Αν τώρα, η όποια εναπόθεση της επίλυσης σύγχρονων ζητημάτων στον Αριστοφάνη συνιστά είτε έλλειψη καλλιτεχνικού ρίσκου είτε αποστροφή απέναντι στις άκομψες ενσωματώσεις θραυσμάτων της επικαιρότητας, τούτο το ερώτημα είναι μάλλον ζήτημα προσέγγισης. Εκείνα τα κακομεταχειρισμένα αστεία πάντως ή οι κατά καιρούς βίαιες εκσυγχρονίσεις του έργου του ποιητή μάλλον παραδείγματα προς αποφυγήν συνιστούν. Χώρια που οι «Θεσμοφοριάζουσες», γραμμένες πιθανότατα το 411 π.Χ., όταν το δημοκρατικό πολίτευμα της Αθήνας αναστέλλεται ώστε να εξασφαλιστεί μια υποτιθέμενη οικονομική βοήθεια από τους Πέρσες, βασίζονται σε κάμποσες, διαχρονικά αναγκαίες για διάφορους λόγους αντιστροφές: στη διάρκεια της γιορτής των Θεσμοφορίων, ας πούμε, οι γυναίκες αποκτούσαν δικαιοδοσίες των ανδρών· οι μεταμφιέσεις του Μνησίλοχου σε γυναίκα και του Ευριπίδη σε αντρικούς ρόλους δικών του έργων (στον Μενέλαο της «Ελένης» φέρ" ειπείν), δίνουν χώρο ώστε το φαρμάκι του Αριστοφάνη να φτάσει τις μεν και τους δε· και η μεταμόρφωση της τραγωδίας σε κωμωδία, σε κάποιες έξοχες σκηνές «θεάτρου μέσα στο θέατρο», δεν παρέδιδαν στα χέρια του κωμωδιογράφου μόνο τον «αχώνευτο» Ευριπίδη, αλλά και τα όρια των θεατρικών ειδών.
Τηρουμένων ενός πλήθους αναλογιών κάτι ανάλογο ίσως συνέβη και αμέσως μετά το τέλος των δύο παραστάσεων, όταν το γέλιο των συνολικά 16.500 θεατών το διαδέχτηκε η συγκίνηση. «Ευχαριστούμε πάρα πολύ που ήρθατε σήμερα εδώ υπό τις δύσκολες αυτές συνθήκες που περνάει ο τόπος και τόσες οικογένειες που χάσανε τόσους ανθρώπους», έλεγε ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος. «Είναι μεγάλος ο πόνος για όλους. Ανάμεσα σε όλους αυτούς τους χαμένους ανθρώπους είναι και μία φίλη, συνάδελφος. Μια πολύ ευαίσθητη γυναίκα, μία ψυχούλα: η Χρύσα Σπηλιώτη. Η παράσταση είναι αφιερωμένη σε όλους αυτούς τους ανθρώπους και τους συγγενείς τους».