Περιγραφές που τσακίζουν ακόμη και τους πιο σκληρούς. Διηγήσεις – γροθιά στο στομάχι. Οποιος ακούσει τι λένε άνθρωποι που γλίτωσαν την τελευταία στιγμή από τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι, καταλαβαίνει ότι εκείνες ώρες της Δευτέρας έμοιαζαν με πόλεμο.
Οργή για την ανεπάρκεια των αρχών, θλίψη για τους ανθρώπους και τις περιουσίες που χάθηκαν και κυρίως αίτημα για δικαίωση.
Δύο γυναίκες που βρέθηκαν την ώρα της πυρκαγιάς στην «παγίδα θανάτου» μιλούν και καταθέτουν τα όσα έζησαν.
Είκοσι μέτρα από τη λεωφόρο Μαραθώνος. Τόσο απείχε το σπίτι της κυρίας Ροζμαρί από την Μαραθώνος, ένα σπίτι που σήμερα έχει μετατραπεί σε στάχτη : “Όταν είδαμε τη φωτιά ανεβήκαμε πάνω στη Μαραθώνος αλλά η αστυνομία είχε κάνει μπλόκο και έστελνε όλο τον κόσμο στο Μάτι.
Αν επέτρεπαν στον κόσμο να φύγει από την Μαραθώνος με κατεύθυνση προς Νέα Μάκρη δεν θα καιγόμασταν γιατί η φωτιά είχε ήδη περάσει και κατέβαινε προς τα κάτω. Αυτό που έκαναν δεν είχε καμία λογική. Ήταν σαν να έστελναν ανθρώπους στο θάνατο. Μας άφησαν να καούμε σαν τα ποντίκια. Δεν υπήρχε λόγος να καούμε”, λέει η κυρία Ροζμαρί και συνεχίζει: “Λόγω του “σχεδίου” τους επικράτησε πανδαιμόνιο, 700 τουλάχιστον αυτοκίνητα αιχμαλωτίστηκαν σε ένα πρωτοφανές μποτιλιάρισμα. Το Μάτι κάηκε μέσα σε ενάμισι λεπτό. Η φωτιά ήταν από παντού, μας είχε τυλίξει σαν σεντόνι.
Η κουνιάδα μου πήρε τα δύο παιδιά μου, 8,5 και 12 ετών, και μία σπασμένη σανίδα και έφυγαν πρώτοι από το σπίτι. Πήγαν στη θάλασσα, στο Κόκκινο Λιμανάκι και άρχισαν να κολυμπάνε. Ακολούθησα με τον άνδρα μου και τον γαμπρό μου. Όταν είδαμε τις φωτιές δίπλα μας και ανθρώπους να καίγονται ζωντανοί, πηδήξαμε από το αυτοκίνητο και μπήκαμε μέσα στη θάλασσα.

Βλέπαμε το θάνατο

Εγκλωβιστήκαμε στον Κάβο, στην Αργυρά Ακτή. Όση ώρα ήμασταν εκεί προσπαθούσαμε να κρατάμε ψηλά τα κινητά για να μην βραχούν, η κάπνα είχε γεμίσει τα πνευμόνια μας, πλάι μας εκσφενδονίζονταν αντικείμενα από αυτοκίνητα που έσκαγαν, ακούγαμε ουρλιαχτά, βλέπαμε τον θάνατο. Καιγόμασταν μέσα στη θάλασσα και ταυτόχρονα πνιγόμασταν…”
Άνθρωποι μόνοι, αφημένοι στο έλεος του θανάτου, κανείς δίπλα τους, όλοι περίπου υπεύθυνοι και παντελώς ανεύθυνοι: “Λίγη ώρα αφότου πέσαμε στο νερό, δικός μας άνθρωπος επικοινώνησε με το λιμενικό λέγοντας: “Στείλτε βοήθεια! Πνίγονται και καίγονται άνθρωποι”. Αυτό που έκανε το λιμενικό ήταν να… ειδοποιήσει ιδιώτες! Ιδιώτες μάς έσωσαν με τα φουσκωτά και τις βάρκες τους.
Το λιμενικό ήρθε ώρες μετά, μετά τις έντεκα το βράδυ, και δεν πλησίασε καν στην ακτή. Ήταν αρόδο και μάζευε ανθρώπους από τα ανοιχτά”, λέει η κυρία Ρόζμαρι και συνεχίζει: “Ύστερα, ο γαμπρός μου ανέβηκε στην ακτή και κάποιοι από την ομάδα ΔΙΑΣ τον πλησίασαν και τον ρώτησαν αν είναι καλά. “Ρε φίλε, είμαστε οκτακόσια άτομα εγκλωβισμένα εδώ πέρα. Βοηθήστε μας!”, τους απάντησε.
Κάπως έτσι άρχισαν να κινητοποιούνται. Μας έβγαλαν από τα βράχια λέγοντάς μας “Μην ανησυχείτε, θα σας σώσουμε όλους”. Όλες αυτές τις ώρες ούρλιαζα και έψαχνα τα παιδιά μου τα οποία τα είδα μετά από επτά ώρες. Σώθηκαν μαζί με τη θεία τους από ένα πλοίο της γραμμής, είχαν όλους τους αγγέλους δίπλα τους. Βγήκε ένας άγιος άνθρωπος στο κατάστρωμα να κάνει τσιγάρο, άκουσε τα “βοήθεια”, ενημέρωσε τους υπεύθυνους, το πλοίο έκοψε ταχύτητα, οι άνθρωποι κατέβασαν βάρκες, ο θεός να τους έχει πάντα καλά. Σε όλη αυτή την περιπέτεια δεν υπήρξε κανείς να μας καθοδηγήσει.
Όλοι μας λειτουργούσαμε από ένστικτο. Αυτά που λένε, ότι ο κόσμος κάηκε επειδή έκατσε να σώσει τα σπίτια του, είναι ψέματα. Ο κόσμος προσπαθούσε μόνος και αβοήθητος να βρει διεξόδους σωτηρίας. Ο μόνος… συντονισμός ήταν ότι η Αστυνομία έκλεισε το δρόμο στο 15ο χιλιόμετρο της Μαραθώνος, στην οδό Ακροπόλεως, στέλνοντας τον κόσμο στον όλεθρο. Ποτέ δεν ακούσαμε πυροσβεστική, ήμασταν μόνοι στο έλεος του Θεού. Δεν έχω να πω τίποτα στην κυβέρνηση παρά μόνο ότι το Μάτι τελείωσε. Μας ξεκλήρισαν και μας κατέστρεψαν…”

Μας άφησαν να καούμε σαν ποντίκια

Το σπίτι της γλίτωσε όχι όμως και ο τόπος που γεννήθηκε πριν από 41 χρόνια: “Καταρχάς δεν υπάρχουν λόγια. Το Μάτι είναι το σπίτι μου. Έχω μεγαλώσει εδώ από μωρό. Όλοι στο Μάτι είναι αδέλφια μου και σήμερα αισθάνομαι σαν να’ χω χάσει την οικογένειά μου. Όχι την δική μου, αλλά εκείνη της πόλης μου”, λέει η κυρία Χρύσα περιγράφοντας τόσο το συναίσθημα όσο και το χρονικό της μεγάλης καταστροφής: “Εκείνη την ημέρα τα κανάλια μας ενημέρωναν ότι καίγεται η Κινέτα. Ότι εμείς εδώ είμαστε ήσυχα, πως δεν κινδυνεύουμε. Μετά από κάποιες ώρες το κακό μαντάτο έφτασε στη γειτονία μας. Από το “δεν τρέχει τίποτα” περάσαμε στο “καιγόμαστε” μέσα σε δύο μόλις λεπτά. Εγώ εκείνη την ώρα βρισκόμουν στην Ποσειδώνος κι ανέβηκα σαν τρελή στο σπίτι για να πάρω τους δικούς μου και να τους κατεβάσω κάτω. Δεν ξέρω πώς έφτασα επάνω, πώς τους πήρα και πώς κατεβήκαμε στη θάλασσα.
Πέσαμε σε τρομερό μποτιλιάρισμα γιατί είχαν κλείσει τη Μαραθώνος κι αντί να στέλνουν να αυτοκίνητα προς Μαραθώνα ή προς Αθήνα, τα έστελναν εδώ στο Μάτι για να πνιγούμε όλοι μαζί. Οι εντολές που δόθηκαν ήταν σαν να έλεγαν στον κόσμο: “Κατεβείτε κάτω για να καείτε όλοι μαζί!”. Τι να σας πω για εκείνη την ημέρα; Ό,τι και να πω είναι λίγο. Ήμουν μέσα στη θάλασσα με τον πεθερό μου, τη γιαγιά μου, τη μάνα μου, τον ανιψιό μου από τις 18.30 έως τις 22.30. Στα βράχια, στους αχινούς, με τις φωτιές να πέφτουν επάνω μας, να ουρλιάζει κόσμος, να κλαίνε μικροί και μεγάλοι, να μην ξέρουμε τι θα γίνουμε. Ζω χάρη στο Θεό…”
“Το χειρότερο απ’ όλα δεν είναι όσα έζησα εκείνο το απόγευμα. Το χειρότερο απ’ όλα είναι πως μας αφήσανε να καούμε ζωντανοί σαν τα ποντίκια. Το ότι κανείς δεν ήταν δίπλα μας. Ούτε πυροσβεστική, ούτε αστυνομία, ούτε διασώστες. Ήμασταν μόνοι μας στο έλεος της φωτιάς χωρίς να γνωρίζουμε αν θα ξημερωθούμε.