Την είπαν κόλαση. Επειδή δεν είναι μόνο τα όσα είδαν στη φωτιά – εκείνα που άκουσαν ήταν τα χειρότερα. Επειδή πώς να διαχειριστείς το πένθος για τόσα θύματα; Εκείνους που κάηκαν αγκαλιά, εκείνους που πνίγηκαν αβοήθητοι, εκείνους που πήδηξαν για να σωθούν, εκείνους που ψάχνουμε και ίσως να μη βρεθούν ποτέ. Επειδή η γιαγιά φόρεσε στα εγγόνια της βρεγμένα ρούχα, τα έστειλε με την νταντά στην παραλία και κάθισε δίπλα στον κατάκοιτο άντρα της να πεθάνει. Την είπαν κόλαση. Επειδή η κόλαση είναι άδεια. Και όλοι οι δαίμονες ήταν εδώ.
Μέσα από τον χειρότερο εαυτό μας αναπήδησε ο καλύτερος. Ετσι, από την μια η αδιαφορία, η διαφθορά, ο πολεοδομικός λαβύρινθος που εξελίχθηκε σε μαζικό τάφο, η πλήρης έλλειψη συντονισμού, ο υπουργός που παρά τους δεκάδες νεκρούς ψάχνει να βρει τα λάθη και δεν τα βρίσκει, ο υπουργός που κούνησε το δάχτυλο σε άνθρωπους που κόντεψαν να πεθάνουν, η τροπολογία για αυξήσεις σε μισθούς διοικητών εν μέσω του χάους, εκείνοι που πιστεύουν ότι οι θάνατοι εξαγοράζονται με διορισμούς στο Δημόσιο. Και από την άλλη η δύναμη τόσων ανθρώπων, οι εθελοντές, οι πυροσβέστες που έσωζαν ανθρώπους, σπίτια και ζώα, οι λιμενικοί, οι ψαράδες, το κύμα της αλληλεγγύης, οι ουρές για την αιμοδοσία. «Κάηκε το σπίτι μας», είπε η γυναίκα, «αλλά ευτυχώς γλίτωσε ο σκύλος».
Αχρονος χρόνος. Οπως στις τραγωδίες. Ολα γίνονται ένα παρόν που μοιάζει με παρελθόν. Μια χώρα σε μετατραυματικό σοκ. Μια υφέρπουσα ενοχή εκείνων που επιβίωσαν σωματικά. Οι καπνοί στις ψυχές ίσως μείνουν για πάντα. Ενα τσουνάμι τραγικών πληροφοριών και ιστοριών. «Τίποτα δεν θα μείνει αναπάντητο», είπε ο Πρωθυπουργός. Κι ούτε μια απάντηση. Ενα σχέδιο διάσωσης, που όλο ακούμε αλλά δεν βλέπουμε. Οι κήποι που έμπαιναν στη θάλασσα οδήγησαν κατευθείαν στον Αδη. Τα μάτια των παιδιών που χάθηκαν σε φωτογραφίες αναζήτησης.  Οι αγκαλιές που έγιναν πιο σφιχτές. Στο θάνατο. Και στη ζωή. Είμαστε φτιαγμένοι να ζούμε πάνω στο χώμα των πεθαμένων. Ομως είμαστε φτιαγμένοι και να επιλέγουμε να μην ξεχνάμε.