Τυχαία έγινε. Ψάχνοντας στο Διαδίκτυο κάποια στοιχεία για την πυρκαγιά, γκουγκλάροντας ονομασίες τοποθεσιών, η αμείλικτη «λογική» του υπολογιστή που δεν μπορεί να διακρίνει τις χαρές από τις συμφορές έφερε στην οθόνη – ανάμεσα στις φωτογραφίες καμένων αυτοκινήτων, δέντρων, σπιτιών – και μία άλλη. Ηταν ακριβώς το ίδιο σημείο που είχα δει αρκετές φορές τις τελευταίες ώρες θολό από τους καπνούς, τσακισμένο, ρημαγμένο, με κάποια ταβέρνα Αργυρή Ακτή, μισοκαμένη κι αυτή, στην άκρη. Και να τώρα η ίδια ταβέρνα. Καμιά δεκαριά χρόνια πριν. Σε ένα ρεπορτάζ για τις «καλύτερες ταβέρνες στην περιοχή Μάτι, Ζούμπερι, Ραφήνα». Ειδυλλιακή, με φόντο τη θάλασσα, έτοιμη να υποδεχθεί τους πελάτες, λες και η φωτογραφία μύριζε τηγανητό καλαμαράκι. Τότε μόνο αναγνώρισα το τοπίο. Που ανέσυρε μνήμες της νιότης μας. Το Κόκκινο Λιμανάκι των πρώτων, κρυφών, καλοκαιρινών ερώτων μας.  
Φορτωμένη πια με τους νεκρούς της, η περιοχή θα έχει, από δω και πέρα, μια άλλη αναγωγή στις αναφορές μας. Που θα σκοτεινιάζουν το μυαλό και την ψυχή μας. Θα λέμε «Μάτι» και, συνειρμικά, θα σκεφτόμαστε στάχτες, απελπισία και θάνατο. Για πόσο; Μπορεί και για πάντα. Ας διατηρήσουμε όμως και τις άλλες μνήμες. Το Μάτι δεν μπήκε στον χάρτη της ζωής μας λόγω πυρκαγιών. Υπάρχει εδώ και πολλές δεκαετίες ως ένας παραθαλάσσιος οικισμός που εξελίχθηκε παράλληλα με την εξέλιξη της μεσοαστικής τάξης. Τα γούστα, το έχειν, την παράδοση και τις μόδες της.
Ποια είναι η πιο παλιά ανάμνηση που μου έχουν διηγηθεί για το Μάτι; Με πάει πολλά χρόνια πίσω, πολύ πριν γεννηθώ εγώ, πολύ πριν δημιουργήσω τις δικές μου μνήμες από την περιοχή. Η αγαπημένη φίλη μου που τώρα έχει πατήσει τα ογδόντα, λίγο μετά τον πόλεμο, μαθήτρια στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου, πήγαινε με το σχολείο εκδρομή στο Μάτι. «Δεν ξέρω για ποιο λόγο μάς πήγαιναν πάντα στο Μάτι. Και θυμάμαι ότι μας έλεγαν να κάνουμε τον σταυρό μας για να μην πατήσουμε καμία νάρκη». Μετά ήρθαν οι ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες. Ο Λογοθετίδης, ο Κωνσταντάρας, η Λιβυκού, αστραφτερές Σεβρολέτες και πονηρές αυτοκινητάδες στο Μάτι, στη Ραφήνα, στο Ζούμπερι. Σε ένα τοπίο χωρίς καθόλου, σχεδόν, σπίτια, με πολλά πεύκα. Θάλασσα δεν θυμάμαι στα πλάνα, μόνο πεύκα.
Και ύστερα ήρθαμε εμείς. Να δώσουμε τον τόνο της γενιάς και της εποχής μας σε μια περιοχή που άρχισε να αναπτύσσεται οικιστικά από τις αρχές της δεκαετίας του 1960. Από τότε δηλαδή που η μεσοαστική τάξη άρχισε να κάνει πραγματικότητα το όνειρο της παραθεριστικής κατοικίας. Σπίτια πρόχειρα χτισμένα, ενίοτε ατελή, χωρίς ανέσεις, με αυλές όπου τα παιδιά πλένονταν με το λάστιχο. Ολα αυτά που μας φαίνονται γραφικά και γλυκερά σήμερα, αλλά αποτελούν σπαράγματα ζωής.

Καλοκαιρινές διακοπές για πάντα
Προσωπικά, πρωτοέμαθα την περιοχή πιτσιρίκι λόγω του επαγγέλματος του πατέρα μου, από τις κατασκηνώσεις για τις οικογένειες των στρατιωτικών στον Αγιο Ανδρέα. Υστερα όμως ήρθαν τα ολόδικά μας χρόνια. Οταν αρχίσαμε να καλοκαιριάζουμε χωρίς τους γονείς μας. Στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου και τα πρώτα καλοκαίρια της «ελεύθερης» ζωής μας. Τα χαρτζιλικάκια μας δεν μας έβγαζαν πάντα μέχρι τη Βουλιαγμένη και τη Βάρκιζα, όπου η διασκέδαση ήταν πιο «τσιμπημένη» οικονομικά. Κι έτσι, με λεωφορεία και μηχανάκια και με τους φίλους τους παλιούς, κατεβαίναμε στο Μάτι. Δεν ήταν τόσο «λαϊκό» όσο το Ζούμπερι (που πήρε το όνομά του από την ταβέρνα Ζούμπερης στην παραλία, στάχτη πλέον και αυτή) ούτε τόσο «οικογενειακό» όσο η Ραφήνα. Εκεί ζούσαμε κομμάτια από το όνειρο της θερινής μας ενηλικίωσης.

Τροπικάλια και Ρία
Τέλη της δεκαετίας του 1970, αρχές του 1980. Τα καλοκαίρια των κοριτσιών μύριζαν κολόνια Fidji και των αγοριών Aramis. Εποχή ντίσκο, Ντόνα Σάμερ και «I love to love». Οργανωμένα Σαββατοκύριακα φιλοξενίας σε σπίτια φίλων στο Μάτι όταν, βέβαια, οι γονείς απουσίαζαν. Κρεμόμαστε από τα βράχια για να κατεβούμε στο απομονωμένο Κόκκινο Λιμανάκι για μπάνιο. Εκεί όπου εμείς τα κορίτσια μπορεί να κρυφοβγάζαμε και κανένα σουτιέν, όπως επέβαλλε η μόδα της εποχής. Οταν πάλι είχαμε διάθεση για κοσμικότητα και χρήματα για κοκτέιλ με ομπρελίτσα, πηγαίναμε στην πισίνα του ξενοδοχείου Μάτι. Τα βράδια γινόταν ντισκοτέκ. Κι εμείς φορούσαμε τα γκλίτερ και ξαίναμε τις αφάνες.
Κι ύστερα ήρθε η Tropicalia. Εμβληματική ντίσκο της εποχής, μέσα στο top five του Λεκανοπεδίου, που εξαιτίας της τα Σάββατα γινόταν κυκλοφοριακό κομφούζιο στους πέριξ δρόμους. Με DJ τους ιταλούς σταρ της εποχής Νικόλα Λαβάκα και Πιέρο. Το βράδυ ξεκινούσε με ταινία στο παραλιακό σινεμά Ρία. Συνεχιζόταν στην Tropicalia και τελείωνε τα ξημερώματα με τυρόπιτα από τη Δήμητρα και Καοτόνικ.
Ημασταν νέοι, ήμασταν ξέγνοιαστοι και το Μάτι ήταν ένα υπέροχο μέρος. Οπως θα βοηθήσουμε να ξαναγίνει ακόμη κι εμείς που είχαμε χρόνια να το επισκεφθούμε. Γιατί, όπως μου λέει ο φίλος Ιζι Κουτιέλ που ξεκίνησε την καριέρα του ως DJ κάνοντας τα ρεπό στις εκεί ντισκοτέκ, «οι αναμνήσεις μας μπορεί να τσουρουφλίστηκαν, αλλά δεν κάηκαν».