Με το βλέμμα στραμμένο στην επόμενη μέρα ολοκληρώθηκε η συνεδρίαση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για την Ελλάδα, κατά τη διάρκεια της οποίας εξετάστηκαν οι προοπτικές βιωσιμότητας του χρέους αλλά και η μεταρρυθμιστική πορεία που θα ακολουθήσει η χώρα στην επερχόμενη μεταπρογραμματική εποχή.

Για μια ώρα το πρωί της Παρασκευής, το Εκτελεστικό Συμβούλιο του Ταμείου συζήτησε την έκθεση του "Αρθρου 4 για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους (DSA). Τα αποτελέσματα της έκθεσης θα δημοσιοποιηθούν επίσημα την Τρίτη 31 Ιουλίου.
Ειδικότερα, το Εκτελεστικό Συμβούλιο επιβεβαίωσε για μια ακόμα φορά τη μεσοπρόθεσμη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Παρόλο που οι διαφορές ανάμεσα στους θεσμούς για τις μακροχρόνιες προοπτικές του χρέους παραμένουν ανοιχτές, η ευρωπαϊκή πλευρά δεσμεύτηκε ότι θα πάρει όλα τα απαραίτητα μέτρα στη περίπτωση που εμφανιστεί ανάγκη για την περίοδο μετά το 2032. Σε αυτό το πλαίσιο, έγινε σαφές ότι η στενή συνεργασία ΔΝΤ-Ευρώπης θα συνεχιστεί και στη περίοδο της μεταπρογραμματικής εποπτείας.

Παρόλο που η έκθεση για το άρθρο 4 είναι μια προβλεπόμενη διαδικασία του ΔΝΤ, πηγές του Ταμείου χαρακτήρισαν τη χρονική συγκυρία ως σημαντική, καθώς η Ελλάδα βρίσκεται ένα βήμα πριν από την ολοκλήρωση του τελικού προγράμματος του ESM τον Αύγουστο.

Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης αναγνωρίστηκε από όλες τις πλευρές ότι η Ελλάδα έχει πετύχει σημαντικά αποτελέσματα. Υπογραμμίστηκε, όμως, πως είναι κρίσιμο να μην υπάρξει εφησυχασμός και ότι είναι απαραίτητο η Ελλάδα να συνεχίσει τη μεταρρυθμιστική προσπάθεια και να υλοποιήσει τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει προκειμένου να μην πάνε χαμένες οι θυσίες που έχει καταβάλει η χώρα.

Τα κόκκινα δάνεια ήταν ένα άλλο βασικό ζήτημα που εξετάστηκε στη συνεδρίαση, καθώς επισημάνθηκε πως πρέπει να ρυθμιστεί η κατάσταση όσο το δυνατόν πιο γρήγορα προκειμένου οι τράπεζες να είναι σε θέση να συμβάλουν στην ανάκαμψη της οικονομίας μέσω της παροχής νέων δανείων.

Τέλος, για τα πρωτογενή πλεονάσματα καταγράφηκαν αρκετές απόψεις και ορισμένοι από τους συμμετέχοντες εξέφρασαν αμφιβολίες για τους υψηλούς στόχους που έχουν τεθεί. Κοινό τόπο για το συγκεκριμένο θέμα αποτέλεσε η ανάγκη να βρεθεί η χρυσή πολιτική τομή που θα επιτρέπει την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, χωρίς, ωστόσο, να υπονομεύει τις προοπτικές της ανάπτυξης και να οδηγεί στη περαιτέρω διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων.