Δεν χρειάζεται να το εκφράσει κανείς κυνικά, όπως ας πούμε ο Εριχ Μαρία Ρεμάρκ που έγραψε στο «Ουδέν νεώτερον από το Δυτικό Μέτωπο» ότι «ο θάνατος ενός είναι τραγωδία, ο θάνατος εκατομμυρίων είναι στατιστική». Αλλά είναι αλήθεια πως ο θάνατος των άλλων δεν σε αγγίζει μέχρι να γίνει με κάποιον τρόπο ένας θάνατος οικείος. Με μια φωτογραφία, ένα πρόσωπο που είσαι βέβαιος ότι πήρε κάποια στιγμή το μάτι σου κάπου, ένα άλλο που χαμογελά γεμάτο ζωή, ένα μικρό παιδί. Τότε ο θάνατος των πολλών παύει να είναι στατιστική. Γίνεται τραγωδία, σπαρακτική τραγωδία.
Η ηθοποιός Χρύσα Σπηλιώτη είναι το πρόσωπο που έχει πάρει κάπου το μάτι μας. Στο θέατρο για κάποιους, στα τηλεοπτικά σίριαλ για τους περισσότερους. Σήμερα αγνοείται. Δεν είναι πια ένας από τους δεκάδες αγνοουμένους, από τα δεκάδες πρόσωπα χωρίς χαρακτηριστικά, αλλά ένας άνθρωπος με σάρκα και οστά. Οπως και εκείνη η ξανθιά γυναίκα που χαμογελά γεμάτη ζωή τραβώντας τη σέλφι και σήμερα αγνοείται και τυχαίνει να είναι συγγενής ενός παλιού γνωστού – σε όλους «τυχαίνει» κάποιος γνωστός γνωστού που οδηγεί σε κάποιον νεκρό, σε κάποιον αγνοούμενο. Που οδηγεί στο Μάτι, τον οικισμό που δεν υπάρχει πια.
Είναι κι αυτός ένας λόγος για τον οποίο γίνεται οικείος ο θάνατος που έχει ήδη ανακοινωθεί ή εκείνος που μόνο μια αμυδρή ελπίδα μας κάνει να πιστεύουμε ότι μπορεί και τελικά να αναβληθεί, κάτι που θα μας κάνει να μιλήσουμε για «θαύμα». Ή για «ανέλπιστη τύχη». Τίποτε δεν μπορεί να περιγράψει καλύτερα αυτή τη σπαρακτική τραγωδία, την τραγωδία όλων μας, από αυτή τη σειρά των «τυχαίων» γεγονότων: ο γνωστός που «έτυχε» να γνωρίσουμε κάποτε, η ηθοποιός που «έτυχε» να πάρει το μάτι μας στην τηλεόραση, το παιδί που «έτυχε» να πάει τώρα και όχι αργότερα στο Μάτι με τους παππούδες του, εκείνος που «έτυχε» να ακολουθήσει τον λάθος δρόμο στην προσπάθειά του να σωθεί, η «τύχη» που δεν φάνηκε γενναιόδωρη, ούτε καν χαμογέλασε, σε δεκάδες ανθρώπους που χάθηκαν και που μέσα μας το ξέρουμε πως το πιθανότερο είναι να μη χαμογελάσει ούτε σε έναν από τους αγνοουμένους.
Αυτός ο μη ομολογημένος, ανεπίσημος χαμός των αγνοουμένων είναι απολύτως οδυνηρός. Πού να βρίσκεται η ηθοποιός; Πού να βρίσκονται αυτοί οι εκατό και πλέον άνθρωποι που κατάπιαν οι φλόγες ή ο βυθός της θάλασσας; Θα έχουν ποτέ την «τύχη» να βρεθούν; Να αναγνωριστούν από τους οικείους τους, να τους αποχαιρετήσουν οι οικείοι τους όπως θα ήθελαν και όπως τους πρέπει; Μοιάζουν όλα να έχουν αφεθεί στην τύχη, στη μοίρα, στα θαύματα. Αλλά τίποτε δεν είναι ακριβώς τυχαίο. Καμία τραγωδία δεν είναι μόνο τυχαία.