Με τη συνέχεια της «Mamma mia!» να σαρώνει σε περισσότερες από 170 αίθουσες της χώρας, θερινές και χειμερινές (προβάλλεται από την περασμένη Πέμπτη), φυσικό είναι η νέα κινηματογραφική εβδομάδα που αρχίζει από σήμερα να πάσχει από νέες ταινίες, άξιες ενδιαφέροντος. Για την ακρίβεια, ούτε μία νέα ταινία αξίζει πραγματικά τον κόπο. Εξάλλου, δεν είναι μόνον η «Mamma mia» που δούλεψε την περασμένη εβδομάδα. Τηρουμένων των αναλογιών (με διανομή πιο περιορισμένη), έκτακτη ήταν και η πορεία του «Βιβλιοπωλείου της κυρίας Γκριν» αλλά και του ασπρόμαυρου ουγγρικού έργου «Ο 20ός μου αιώνας» που σε μόλις μία αίθουσα, τη Ριβιέρα των Εξαρχείων, έφτασε τα 1.000 εισιτήρια μέσα σε τέσσερις μέρες, με ουρές έξω από το ταμείο. Η ταινία της Ιλντικο Ενιέντι δεν είχε προβληθεί ώς τώρα στα ελληνικά σινεμά και η ιδιαιτερότητά της είλκυσε. Και άρεσε.
Από το παρελθόν όμως προέρχονται και οι δύο ταινίες που αξίζουν την προσοχή αυτή την εβδομάδα· η μία μάλιστα, παραγωγής του 1950, είναι το ντεμπούτο στη σκηνοθεσία μεγάλου μήκους ταινίας του μέγιστου σκηνοθέτη του Μικελάντζελο Αντονιόνι (1912-2007). Το «Χρονικό ενός έρωτα» («Cronaca di un amore», Ιταλία), που προβάλλεται αποκλειστικά στον Ζέφυρο, είναι ένα αστικό μελόδραμα που συγχρόνως λειτουργεί σαν ένα ψυχολογικό φιλμ νουάρ. Η Λουτσία Μποζέ υποδύεται την πανέμορφη αλλά ανήσυχη σύζυγο ενός βιομηχάνου (Φερντινάντο Σάρμι), τον οποίο απατά με έναν παλιό έρωτά της (Μάσιμο Τζιρότι). Ο σύζυγος προσλαμβάνει έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ για να την παρακολουθήσει, αλλά όλα τείνουν στο συμπέρασμα ότι η ευτυχία δεν είναι παρά μια ουτοπία, με τις ενοχές παρελθόντος και παρόντος να καραδοκούν αδυσώπητα. Διακρίνουμε λοιπόν ζητήματα και προβληματισμούς που θα απασχολούσαν τον ιταλό δημιουργό στις κατοπινές, πολύ πιο γνωστές ταινίες του.
Η αποξένωση, η εσωτερική φθορά, η ματαιότητα της ύλης, η αδυναμία ανθρώπινης επικοινωνίας, ο συνδυασμός έρωτα και θανάτου, στοιχεία που συνθέτουν ένα ψυχολογικό κοκτέιλ, πανέμορφα φωτογραφισμένο και καδραρισμένο (Ενζο Σεραφίν), η ιδιαιτερότητα του οποίου είναι η νουάρ διάσταση  που διατρέχει την ατμόσφαιρα (το σενάριο του Αντονιόνι και των Ντανιέλε Ντάντζα, Σίλβιο Τζιοβανινέτι, Φραντσέσκο Μαζέλι και Πιέρο Τελίνι).
Με την πολιτική αλληγορία μυστηρίου «Ο κύριος Κλάιν» («Mr Klein», Γαλλία / Ιταλία, 1976), που προβάλλεται σε τρεις αίθουσες (Οασις, Ριβιέρα, Λαΐς), ο αμερικανός σκηνοθέτης Τζόζεφ Λόουζι (1909-1984) σχολιάζει τη ζωή στην υπό γερμανική κατοχή διχασμένη Γαλλία της ντροπής (κυβέρνηση Βισί), όταν η ρουφιανιά και ο τρόμος ήταν κοινός τόπος σε καθημερινή βάση. Ομως σε αντίθεση, για παράδειγμα, με το «Ονομα: Λακόμπ, επώνυμο: Λισιέν» του Λουί Μαλ που γυρίστηκε περίπου την ίδια εποχή και όπου τα πράγματα είναι σαφώς πιο ξεκάθαρα, ο Λόουζι γύρισε τον «Κύριο Κλάιν» σαν να διατρέχει σελίδες του Φραντς Κάφκα.
Ο κεντρικός ήρωας, ο Κλάιν (Αλέν Ντελόν), είναι ο ευκατατάστατος, κυνικός γάλλος αστός που εκμεταλλεύεται την κατάσταση στη χώρα αγοράζοντας σε εξευτελιστικές τιμές έργα μεγάλης αξίας. Μόνο που κάποια στιγμή το «φάντασμα» ενός «άλλου» Κλάιν αρχίζει και τον καταδιώκει φέρνοντάς τον σε δύσκολη θέση απέναντι στους Γερμανούς. Ποιος είναι αυτός ο «άλλος»; Τι θέλει από τη ζωή του; Γιατί τον μιμείται; Γιατί οι φίλοι του εμπόρου που γνωρίζουν γι" αυτήν τη μυστηριώδη παρεξήγηση δεν μιλούν; Ο Λόουζι δεν δίνει εύκολες απαντήσεις και αυτό είναι προς όφελος της ταινίας γιατί κορυφώνει την περιέργεια και την αγωνία υπηρετώντας το είδος του θρίλερ, χωρίς φυσικά ο «Κύριος Κλάιν» να είναι μόνον αυτό. Είναι, κατ" αρχάς, μια βαθιά πολιτική ταινία, φτιαγμένη με τη γνώση και την εμπειρία ενός καλλιτέχνη που επίσης κυνηγήθηκε για πολιτικούς λόγους, όταν στη δεκαετία του 1950 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πατρίδα του για να ξεφύγει από τον φασισμό του κινήματος του μακαρθισμού.

«Το μυστικό της πεταλούδας» («El aviso»)
Σκηνοθεσία Ντανιέλ Καλπασόρο. Παίζουν: Ραούλ Αρεβάλο, Αουρα Γκαρίδο κ.ά. Παραγωγή: Ισπανία, 2018. Διάρκεια: 92′.

Τελικά αυτή η μόδα με τα ισπανικά θρίλερ έχει αρχίσει να γίνεται εκνευριστική. Δέκα γυρίζονται, το ένα αξίζει. Μετά το ασυνάρτητο «Abracadabra» που παίχθηκε προσφάτως, ένα ακόμα που σχετίζεται με τη μεταφυσική: εδώ ένας άντρας (Ραούλ Αρεβάλο) που έζησε από κοντά την παραλίγο δολοφονία σε σουπερμάρκετ ενός φίλου του (που βρίσκεται πια σε κώμα), αντιλαμβάνεται μια αλληλουχία φόνων στο ίδιο σημείο, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Του γίνεται εμμονή, ουδείς δεν τον πιστεύει, εκείνος επιμένει και το φιλμ βράζει μέσα σε μια σούπα ασυναρτησίας, αφήνοντας από κάποια στιγμή και μετά τον θεατή παντελώς αδιάφορο για το ποιος σκοτώθηκε, από ποιον σκοτώθηκε και πώς θα γλιτώσει (αν θα γλιτώσει) ο υποτιθέμενος μελλοθάνατος.
«Ερωτας στη Σιβηρία» («Siberia»)
Σκηνοθεσία: Μάθιου Ρος. Παίζουν: Κιάνου Ριβς, Ανα Ουλάρου κ.ά. Παραγωγή: ΗΠΑ, 2018. Διάρκεια: 104′.

Το μόνο ίσως καλό στοιχείο της ταινίας, στην οποία ο Κιάνου Ριβς υποδύεται τον αμερικανό τυχοδιώκτη, μπλεγμένο σε μια υπερβολικά μπερδεμένη υπόθεση αγοραπωλησίας διαμαντιών στη Σιβηρία, είναι η πανέμορφη παρουσία της ρουμάνας ηθοποιού Ανα Ουλάρου, στον ρόλο της Ρωσίδας που ο πρώτος ερωτεύεται και που τον ερωτεύεται. Ο έρωτας εξάλλου (και όχι η περιπέτεια) είναι η πρώτη ύλη της ταινίας, στην οποία εμπλέκονται επίσης τα αδέλφια της κοπέλας (εν είδει σαπουνόπερας), ο πανίσχυρος γκάνγκστερ με τον οποίο ο Ριβς νταραβερίζεται, τα παλικάρια της FSB (η εσωτερική κρατική υπηρεσία ασφαλείας της Ρωσικής Ομοσπονδίας), ένας νοτιοαφρικανός ανταγωνιστής του Ρώσου και το κυνήγι μιας αρκούδας. Ολα αυτά για ένα… τίποτα.
«Κάθαρση: η αρχή» («The first purge»)
Σκηνοθεσία: Τζέραρντ ΜακΚάρεϊ. Παίζουν: Ιλαν Νοέλ, Λεξ Σκοτ Ντέιβις κ.ά. Παραγωγή: ΗΠΑ, 2018. Διάρκεια: 98′.

Ωμέγα διαλογής θρίλερ που ακολουθεί τα βήματα των πανομοιότυπων, χυδαίων ταινιών αυτής της κινηματογραφικής «σειράς» τρόμου – είναι η τρίτη -, όπου κεντρική ιδέα είναι το μακελειό που λαμβάνει χώρα σε διάφορα σημεία των Ηνωμένων Πολιτειών κατά τη διάρκεια του 12ώρου ανομίας που διατάσσει η κυβέρνηση.