Δεν χωράει ο νους του ανθρώπου το μέγεθος της τραγωδίας που σκεπάζει από προχθές την Ελλάδα. Δεν υπάρχουν λόγια να μιλήσει κανείς για αυτή. Ομως, τόσες δεκάδες νεκροί μέσα σε λίγες ώρες, σε έναν τόσο μικρό τόπο, στην ουσία στις παρυφές της πρωτεύουσας της χώρας, είναι κάτι που δεν μπορεί να χρεωθεί μόνον στην ίδια τη φοβερή καταστρεπτική μανία της φωτιάς. Εν προκειμένω, ο πολλαπλασιαστής της καταστροφής, όσον αφορά το αδιανόητο κόστος σε ανθρώπινες ζωές, είναι ξεκάθαρα το κράτος. Ή, μάλλον, η πλήρης ανυπαρξία του.
Ασφαλώς αυτό δεν αφορά τους ανθρώπους της Πυροσβεστικής που χωρίς επαρκή μέσα και με αυτοθυσία έκαναν ό,τι μπορούσαν – ούτε μία ούτε δύο, αλλά ατέλειωτες φορές έχουν φωνάξει για τις ανάγκες σε μέσα που δεν καλύπτονται, ούτε καν τα απολύτως στοιχειώδη, εκείνα της προσωπικής αυτοπροστασίας τους, όταν κυριολεκτικά πέφτουν στη φωτιά. Κι όμως, έστω και χωρίς τα μέσα, πάντοτε πέφτουν, δεν κάνουν πίσω, όπως δεν έκαναν ούτε προχθές. Ούτε αφορά τους αστυνομικούς, ούτε τους υπαλλήλους των δήμων ή όποιους άλλους βρέθηκαν εκεί και πάλεψαν με τις φλόγες όταν χτύπησε το κακό. Οπως, βεβαίως, δεν αφορά τους αμέτρητους πολίτες που έπεσαν και εκείνοι στη μάχη για να σώσουν όποιον και ό,τι μπορούσαν. Σε όλους τους παραπάνω, υπάρχουν ηρωισμός και καθήκον. Και χωρίς αυτούς είναι βέβαιο ότι ο φόρος σε ανθρώπινες ζωές θα ήταν ακόμα μεγαλύτερος.
Επίσης, ακόμα και για τις περιουσίες που έγιναν στάχτη, ακόμα και για αυτές, μπορεί κανείς να πει ότι δεν μπορεί να αποδοθούν ευθύνες στο κράτος. Στρατηγός άνεμος ή όχι, σχέδια… «αποσταθεροποίησης» ή μη, να δεχθεί κανείς ότι σε συνθήκες ακραίας καταστροφής ούτε οι περιουσίες μπορεί να σωθούν. Δεν συμβαίνει άλλωστε μόνον στην Ελλάδα: στην Καλιφόρνια, στις ΗΠΑ, στην ισχυρότερη χώρα της γης, καίγονται πλήθος σπίτια στις φονικές πυρκαγιές, αν και εκεί είναι, στην πλειοψηφία τους, φτιαγμένα από ξύλο.
Δεν βρίσκεται εκεί το έγκλημα του κράτους και η βαρύτατη ευθύνη της κυβέρνησης. Αλλού βρίσκεται: στο ότι τόσοι άνθρωποι καίγονται στους δρόμους εγκλωβισμένοι ανάμεσα σε αυτοκίνητα που γίνονται στάχτη. Εκεί είναι που το κράτος μπορούσε και έπρεπε να κάνει τη διαφορά. Και δεν την έκανε. Οταν οι άνθρωποι τρέχουν πολιορκημένοι από τις φλόγες να φύγουν για να σώσουν τη ζωή τους, το κακό που παραμονεύει μεγιστοποιείται. Από πού θα πάνε; Ποιοι δρόμοι υπάρχουν ανοιχτοί; Ποιες διαφυγές; Πώς θα φτάσουν σε σημείο ασφαλές; Από πού θα περάσουν; Ποιες είναι οι δίοδοι; Και πώς θα μείνουν ανοιχτές; Ολα αυτά είναι ακριβώς η δουλειά του κράτους – κεντρικού και τοπικού. Είναι αυτό που έπρεπε να γίνει. Μα δεν έγινε.
Μπορεί το κράτος να μην είναι πράγματι σε θέση να νικήσει τέτοιες φωτιές και να σώσει τα σπίτια. Αλλά δεν έχει καμία δικαιολογία, την παραμικρή, όταν τόσοι άνθρωποι καίγονται ζωντανοί στους δρόμους ή σε ξέφωτα προσπαθώντας να ξεφύγουν. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει η παραμικρή προετοιμασία, δεν υπάρχει κανένα σχέδιο, δεν υπάρχει τρόπος να συντονιστούν οι ελάχιστες απαραίτητες ενέργειες ώστε να μπορέσουν αυτοί οι άνθρωποι στην ώρα της καταστροφής να βρουν διέξοδο διαφυγής. Αυτό σημαίνει κομφούζιο, σημαίνει ότι ο καθένας είναι μόνος του και ότι το κράτος δεν είναι πουθενά, ό,τι κι αν κάνουν, με όση αυτοθυσία όλοι όσοι βρίσκονται εκεί και αν παλεύουν με τη φωτιά. Είναι ξεκάθαρο, βαρύ έγκλημα του κράτους.