Ο δήμαρχος του Τορόντο Τζον Τόρι υποσχέθηκε πως σύντομα θα δώσει στους πολίτες της πόλης «απαντήσεις» για την αιματηρή επίθεση, που βύθισε στο πένθος την μητρόπολη του Καναδά την Κυριακή το βράδυ, επισημαίνοντας ότι είναι «πάρα πολλοί εκείνοι που οπλοφορούν» στην πόλη.

Δύο άνθρωποι, μεταξύ των οποίων και ο δράστης και άλλοι 12 τραυματίστηκαν χθες το βράδυ στο Τορόντο, όταν ο 29χρονος άνδρας άνοιξε πυρ σε δρόμο στην ελληνική συνοικία της πόλης, προτού κι ο ίδιος πέσει νεκρός, έπειτα από ανταλλαγή πυροβολισμών με την αστυνομία.

«Είναι μια επίθεση εναντίον αθώων οικογενειών και εναντίον του συνόλου της πόλης. Είναι μια τραγωδία, άλλη μια τραγωδία που συγκλονίζει την πόλη μας φέτος» επισήμανε ο δήμαρχος ενώπιον του δημοτικού συμβουλίου.

Από τις αρχές του 2018 έως την 14η Ιουλίου, στο Τορόντο έχουν καταγραφεί 220 περιστατικά με πυροβολισμούς, που έχουν στοιχίσει τη ζωή σε 27 ανθρώπους, έναντι 196 τέτοιου είδους περιστατικών με 17 νεκρούς καθ’ όλη τη διάρκεια του 2017.

Έως σήμερα, τα επεισόδια βίας αποδίδονται στις συγκρούσεις μεταξύ των συμμοριών, όμως τα κίνητρα της χθεσινής επίθεσης δεν έχουν προς το παρόν αποσαφηνιστεί ούτε έχει έως τώρα υπάρξει ανάληψη ευθύνης.

«Υπόσχομαι σε όλους τους κατοίκους του Τορόντο και ακόμα περισσότερο σε εκείνους που επλήγησαν από αυτήν την τραγωδία ότι θα καταβάλουμε κάθε προσπάθεια για να δώσουμε απαντήσεις σχετικά με αυτήν την παράλογη επίθεση» τόνισε ο Τζον Τόρι.

«Πάρα πολλοί άνθρωποι οπλοφορούν στην πόλη μας και στην ευρύτερη περιοχή, κάτι που δεν πρέπει» συμπλήρωσε υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για «ένα διεθνές και εθνικό
πρόβλημα».

«Αυτή η πόλη αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα με τα όπλα και η πρόσβαση στα όπλα είναι πάρα πολύ εύκολη για πάρα πολλούς ανθρώπους» κατήγγειλε ο δήμαρχος, αν και η νομοθεσία στον Καναδά για την οπλοφορία είναι πολύ πιο αυστηρή σε σύγκριση, για παράδειγμα, με τις ΗΠΑ.

Μόλις την περασμένη εβδομάδα, η αστυνομία του Τορόντο ανακοίνωσε ένα σχέδιο για την αντιμετώπιση των περιστατικών ένοπλης βίας, με την ενίσχυση των δυνάμεων κατά περίπου 200 αστυνομικούς, που, βάσει του σχεδίου, θα αναπτυχθούν στις πιο επικίνδυνες συνοικίες μεταξύ 19.00 και 03.00 το πρωί.