Στη διαχρονική σχέση μας με τους Ρώσους η ανατροφοδότηση μεταξύ αλήθειας και μύθου είναι συνεχής, όπως είναι και διαρκής η διολίσθηση από την τραγωδία στη φάρσα. Οι σκλαβωμένοι Ελληνες γαλουχούνται με τον θρύλο ενός ξανθού γένους χριστιανών που θα τους απελευθερώσει από τους μουσουλμάνους. Κατά τη διάρκεια του Ρωσο-Οθωμανικού Πολέμου ο θρύλος βρίσκει ευήκοα ώτα στους επιτελείς της Μεγάλης Αικατερίνης. Οραματίζονται την ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, υπό ρωσική αυτή τη φορά κυριαρχία. Ενα υποτελές χριστιανικό βασίλειο στον Μοριά φαντάζει ως ο ιδανικός αντιπερισπασμός για να πλευροκοπηθούν οι Οθωμανοί εκ δυσμών. Το 1770 οι δύο από τους τρεις αδελφούς Ορλώφ, ο Τέοντορ και ο Αλεξέι, αποβιβάζονται στη Μάνη και προετοιμάζουν την εξέγερση. Οι Οθωμανοί στέλνουν εναντίον των εξεγερμένων σώματα Τουρκαλβανών που σφάζουν αδιακρίτως αντάρτες και αμάχους. Το ένα τρίτο του χριστιανικού πληθυσμού της Πελοποννήσου εξανδραποδίζεται. Η πρώτη πράξη πνίγεται στο αίμα.
Η δημιουργία του Ρωσικού, του Αγγλικού και του Γαλλικού Κόμματος, εν μέσω ακόμη της Επανάστασης του 1821, δεν υποδήλωνε τόσο μια ιδιαίτερη και αφύσικα ανεπτυγμένη αίσθηση realpolitik εκ μέρους των συμπατριωτών μας, όσο την ταυτότητα της προστάτιδας Δύναμης που θα εκπλήρωνε κατά ιδανικό τρόπο τις εθνικές μας φαντασιώσεις. Αυτονόητα λοιπόν το Ρωσικό Κόμμα άρχισε να φυλλορροεί, από τη στιγμή που και άλλοι βαλκανικοί λαοί αφυπνίστηκαν εναντίον των Οθωμανών, καθώς για τους Ρώσους κατέστη σαφές ότι εξυπηρετούν καλύτερα τα δικά τους γεωπολιτικά συμφέροντα εκείνα τα έθνη που, όχι απλώς είναι χριστιανικά, αλλά και ομόρριζα, τουτέστιν σλαβικής καταγωγής. Το όραμα του Πανσλαβισμού όχι μονάχα δεν μπορούσε να συγκινήσει τις ελληνικές καρδιές, μα τουναντίον, πάνω από έναν αιώνα τις τρομοκρατούσε ως ο πιο φρικτός από τους φρικτούς μπαμπούλες. Από την ώρα, μάλιστα, που στην Αγία Πετρούπολη πήραν την εξουσία οι μπολσεβίκοι, ο Πανσλαβισμός συνενώθηκε με τον Κομμουνισμό σε ένα άπαιχτο δίδυμο από εφιάλτες. Ας μην ξεχνάμε ότι ακόμη και ο Τίτο πόνταρε στο «μακεδονικό κράτος», ως αιχμή του δόρατος για να βγει στο Αιγαίο, πολύ πριν χωρίσει τα τσανάκια του από τη Μόσχα.
Ελέω επτάχρονης δικτατορίας, το φόβητρο της ρωσικής αρκούδας ξεφούσκωσε στην Ελλάδα δεκαετίες νωρίτερα από τη ληξιαρχική πράξη θανάτου του στην υπόλοιπη Ευρώπη. Αναβίωσε και κάποιο είδος ρωσικής νοσταλγίας, πασπαλισμένης με μια σειρά από ψευδαισθήσεις, που βρήκε πρόσφορο έδαφος τόσο στην Ακροδεξιά όσο και στην Ακροαριστερά. Ιδίως τα σκληρά μνημονιακά χρόνια, οι πιο ηλίθιοι από τους ονειροπόλους διέδωσαν ότι η Ρωσία θα καταλάβει την Κωνσταντινούπολη κι έπειτα, για ανεξήγητους ψυχολογικούς λόγους, θα μας την… χαρίσει. Κάποιοι άλλοι, σχεδόν εξίσου ηλίθιοι, πίστεψαν ότι οι Ρώσοι θα μας δώσουν όσα λεφτά χρειαζόμαστε, αρκεί να περάσουμε στη δική τους σφαίρα επιρροής. Αυτή την αυταπάτη πλήρωσαν πρώτοι οι αδελφοί Κύπριοι. Αμέσως κατόπιν, εμείς.
Με την αναζωπύρωση της ονοματολογίας για το γειτονικό μας κράτος, οι Ρώσοι βρήκαν νέα ευκαιρία για να κάνουν παιχνίδι. Αυτή τη φορά θα έπαιζαν σε διπλό ταμπλό. Θα πόνταραν τις μάρκες τους στις εθνικές ευαισθησίες τόσο της Αθήνας όσο και των Σκοπίων. Θα ενίσχυαν τους αδιάλλακτους ένθεν κακείθεν. Στο κάτω κάτω τι επιζητούν αμφότεροι; Το όνομα της Μακεδονίας δεν επιζητούν, νέτο σκέτο, ανόθευτο από παράγωγα και σύνθετα; Ε, αυτό θα υπόσχονταν και στους δύο – και ας έδιναν στο ίδιο όνομα την εκ διαμέτρου αντίθετη εθνική φόρτιση. Ωρες ώρες θα ήθελα να ήμουν στο Κρεμλίνο σε μια γωνιά. Να τους βλέπω να σχεδιάζουν δολοπλοκίες και να ξεκαρδίζονται λες και τους γαργαλάς τις πατούσες. Ε, ρε γλέντια!