Τον περασμένο Φεβρουάριο, το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης απήγγειλε κατηγορίες σε 13 Ρώσους, καταγγέλλοντάς τους πως είχαν κλέψει τις ταυτότητες αμερικανών πολιτών και προσπάθησαν, υποδυόμενοι τους πολιτικούς ακτιβιστές, να χειραγωγήσουν την εκστρατεία για τις προεδρικές εκλογές του 2016 χρησιμοποιώντας τα ευαίσθητα θέματα της μετανάστευσης, της θρησκείας και της φυλής. Στις 13 Ιουλίου, ο ειδικός εισαγγελέας Ρόμπερτ Μιούλερ παρέπεμψε ακόμη 12 Ρώσους – όλοι αξιωματούχοι των μυστικών υπηρεσιών του ρωσικού στρατού – για το προεκλογικό χακάρισμα στους υπολογιστές των Δημοκρατικών. Στις 15 Ιουλίου, συνελήφθη η Μαρία Μπούτινα. Οι εισαγγελείς φοβόντουσαν πως ετοιμαζόταν να εγκαταλείψει τη χώρα. Η 29χρονη Ρωσίδα κατηγορείται ως μη καταγεγραμμένη ξένη πράκτορας. Η ιστορία της έχει από όλα – όπλα, σεξ, χρήμα, εξουσία και ολίγον από Θεό όταν τα άλλα δεν έπιαναν. Κι όμως, μόλις ένα εικοσιτετράωρο μετά τη σύλληψή της, ενώ γνώριζε και αυτή την υπόθεση παρότι ήταν ακόμα σφραγισμένα τα δικαστικά έγγραφα, ο Ντόναλντ Τραμπ  δίπλα στον Βλαντίμιρ Πούτιν στο Ελσίνκι δήλωνε πως «δεν βλέπει τον λόγο» γιατί να παρενέβη η Ρωσία στις εκλογές του 2016. Ναι, μετά το πήρε πίσω. Ηταν αργά.
Τέσσερα χρόνια τουλάχιστον: τόσο κρατούσε σύμφωνα με τους αμερικανούς εισαγγελείς η κεκαλυμμένη εκστρατεία επιρροής της Μαρία Μπούτινα, και πίσω της υπήρχε «σημαντικός σχεδιασμός, διεθνής συντονισμός και συνεργασία». Η 29χρονη κοκκινομάλλα, η οποία αναβίωσε τις μνήμες μιας άλλης νεαρής ρωσίδας «παρανόμου», της Αννας Τσάπμαν, που συνελήφθη το 2010, κατηγορείται ότι προσπάθησε να διεισδύσει σε συντηρητικούς κύκλους και να επηρεάσει ισχυρούς Ρεπουμπλικανούς, ενώ βρισκόταν σε επαφή με ρώσους μυστικούς πράκτορες, έναν υψηλόβαθμο ρώσο αξιωματούχο και έναν δισεκατομμυριούχο ολιγάρχη, άνθρωπο του Κρεμλίνου, τον οποίο αποκαλούσε «χρηματοδότη» της. Είχε όμως βοήθεια και από αμερικανούς πολίτες, τουλάχιστον δύο. Ο ένας ήταν ένας 56χρονος με τον οποίο συζούσε, αν και γκρίνιαζε για αυτό, απλώς τον χρησιμοποιούσε. Τη βοηθούσε να ταυτοποιήσει τους καλύτερους στόχους μεταξύ πολιτικών, επιχειρηματιών και δημοσιογράφων. Της έκανε τις εργασίες της στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον, όπου η Μπούτινα παρακολουθούσε ως κάλυψη μεταξύ 2016 και 2018 μεταπτυχιακό στις διεθνείς σχέσεις.
Τα δικαστικά έγγραφα δεν κατονομάζουν τις πολιτικές και θρησκευτικές οργανώσεις που φλέρταρε, ούτε τον υψηλόβαθμο ρώσο «χειριστή» της ούτε τον Αμερικανό που τη βοηθούσε να εγκαταλείψει τη χώρα – γιατί η 29χρονη βρισκόταν έναν χρόνο υπό παρακολούθηση, τον Απρίλιο το FBI έκανε έρευνα στο σπίτι της στην Ουάσιγκτον και προ μηνών η ίδια είχε δώσει οκτάωρη κατάθεση στην Επιτροπή Πληροφοριών της Γερουσίας. Ευτυχώς, όμως, τα Μέσα που καταγγέλλει ασταμάτητα ο Τραμπ ως «Fake News» κάνουν καλή δουλειά. Ο ρώσος μέντορας και χειριστής της, λοιπόν, είναι κατά γενική ομολογία ο Αλεξάντρ Τόρσιν, υποδιοικητής της ρωσικής κεντρικής τράπεζας, ηγετικό στέλεχος της Ενωμένης Ρωσίας, του κόμματος του Πούτιν, με διασυνδέσεις και στις ρωσικές υπηρεσίες ασφαλείας και στο οργανωμένο έγκλημα: ένας από τους 23 Ρώσους στους οποίους επέβαλε τον Απρίλιο κυρώσεις το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, απαγορεύοντάς τους μεταξύ άλλων την είσοδο στη χώρα (και) με την κατηγορία της προσπάθειας υπονόμευσης δυτικών δημοκρατιών. Το FBI έχει ανακαλύψει σειρά από μηνύματα ανάμεσά τους, με τον Τόρσιν άλλοτε να την εκθειάζει και άλλοτε να τη συμβουλεύει να προσέχει να μην «καεί».
Γνωστό είναι πλέον και το όνομα του 56χρονου Αμερικανού με τον οποίο συζούσε η Μπούτινα: είναι ο Πολ Ερικσον, βετεράνος της NRA, βετεράνος συντηρητικός ακτιβιστής. Οσο για τις οργανώσεις που χρησιμοποίησαν Μπούτινα, Ερικσον και Τόρσιν ως δούρειο ίππο θα το μαντέψατε, πια, πρώτη και καλύτερη ήταν η NRA, το πανίσχυρο λόμπι όπλων, από τους μεγαλύτερους σπόνσορες των Ρεπουμπλικανών γενικότερα και του Τραμπ ειδικότερα. Η 29χρονη είχε καλή κάλυψη: είχε ιδρύσει από το 2011, τη χρονιά που μετακόμισε στη Μόσχα από το Αλτάι Κράι της Δυτικής Σιβηρίας, τη χρονιά που εντάχθηκε στη Νεολαία της Ενωμένης Ρωσίας, τη χρονιά που προσελήφθη ως βοηθός του Αλεξάντρ Τόρσιν, ένα ρωσικό αντίστοιχο της NRA, την οργάνωση Δικαίωμα στην Οπλοκατοχή. Τα τρία μεγάλα της πάθη άλλωστε δεν τα έκρυβε: δικαίωμα στην οπλοκατοχή, Ντόναλντ Τραμπ και  βελτίωση σχέσεων ΗΠΑ – Ρωσίας. Στην πραγματικότητα, δεν ήταν και τόσο μυστική πράκτορας. Ταξίδευε τακτικά στις ΗΠΑ, συχνά μαζί με τον Τόρσιν, τουλάχιστον από το 2014, συμμετέχοντας στα ετήσια συνέδρια της NRA και άλλα ιβέντς που είχαν την έγκρισή της. Είχε γνωρίσει εκεί, ανεβάζοντας μάλιστα σχετικές φωτογραφίες στα σόσιαλ μίντια, ένα σωρό Ρεπουμπλικανούς, από τον πρώην γερουσιαστή Ρικ Σαντόρουμ έως τον κυβερνήτη του Γουισκόνσιν Σκοτ Γουόκερ. Από το 2016, όταν κατάφερε λέγοντας ψέματα στην αίτησή της πως δεν εργαζόταν πια ως βοηθός του Τόρσιν, να εξασφαλίσει φοιτητική βίζα, η δικτύωση εντατικοποιήθηκε. Δείπνα στη Νέα Υόρκη και στην Ουάσινγκτον, οργάνωση επισκέψεων στελεχών της NRA στη Ρωσία.
Δυο φορές προσπάθησε η Μαρία Μπούτινα προεκλογικά να κανονίσει μια συνάντηση Τραμπ – Πούτιν, δεν το κατάφερε. Θα περάσει πάντως κατά πάσα πιθανότητα στην Ιστορία ως ο πρώτος άνθρωπος που ρώτησε δημοσίως τον Τραμπ ποια θα ήταν η πολιτική του έναντι των ρωσικών κυρώσεων αν εκλεγόταν πρόεδρος. Ηταν Ιούλιος του 2015, λίγες εβδομάδες αφότου επισημοποίησε ο Τραμπ την υποψηφιότητά του. Ηταν στη διάρκεια ενός ιβέντ στο Λας Βέγκας. Η Μπούτινα σήκωσε το χέρι, ο Τραμπ συγκατένευσε. «Θέλετε να συνεχίσετε την πολιτική των κυρώσεων που βλάπτουν και τις δύο οικονομίες;». «Πιστεύω πως θα τα πήγαινα πολύ καλά με τον Πούτιν, ΟΚ; Δεν νομίζω πως θα χρειαζόμασταν κυρώσεις».