Αν διαβάσει κανείς το έγγραφο για τη στρατηγική εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ του Δεκεμβρίου 2017, που καθοδηγεί όλα τα αμερικανικά υπουργεία και υπηρεσίες που σχετίζονται με διεθνή ζητήματα, θα δει μια συμβατική προσέγγιση που άνετα θα προσυπέγραφε η Χίλαρι Κλίντον ή ο Τζον Κέρι.  Το έγγραφο αυτό του Λευκού Οίκου του Ντόναλντ Τραμπ εκφράζει τις διαχρονικές αντιλήψεις του αμερικανικού κατεστημένου της εθνικής ασφάλειας. Δίνει έμφαση στις μακροχρόνιες συμμαχίες των ΗΠΑ και κατονομάζει τη Ρωσία και την Κίνα ως τις σημαντικότερες δυνητικές εξωτερικές απειλές για τις ΗΠΑ. Αυτό που λείπει είναι ο ίδιος ο Τραμπ.
Κατά τις τελευταίες δύο εβδομάδες ο πρόεδρος Τραμπ κατά τα φαινόμενα κινήθηκε ενάντια στη διακηρυγμένη στρατηγική εθνικής ασφάλειας της κυβέρνησής του – και του εαυτού του με την έννοια ότι το έγγραφο φέρει τη δική του υπογραφή. Στο ΝΑΤΟ επιτέθηκε στους «τζαμπατζήδες» Ευρωπαίους που εκμεταλλεύονται τις υψηλές αμερικανικές στρατιωτικές δαπάνες για την προστασία τους, ενώ μέσω της ΕΕ ανταγωνίζονται τις ΗΠΑ αθέμιτα, κατά τον Τραμπ, όσον αφορά το διεθνές εμπόριο. Στη συνέχεια επιδίωξε να επιφέρει ραγδαία βελτίωση στις ρωσοαμερικανικές σχέσεις, προκαλώντας όμως θύελλα κριτικής ακόμα και από δεξιούς αμερικανικούς κύκλους, συμπεριλαμβανομένου του Foxnews όταν φάνηκε να εμπιστεύεται περισσότερο τον πρώην «καγκεμπίτη» Πούτιν από ό,τι τις υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ στο ζήτημα της ρωσικής επέμβασης στις αμερικανικές εκλογές του 2016.
Θεωρώ απίθανο ο Τραμπ να επιδιώκει να υπονομεύσει τη φιλελεύθερη διεθνή τάξη, που με τόσο κόπο έστησαν και προώθησαν οι ΗΠΑ κατά τις περασμένες επτά δεκαετίες. Αυτό που επιδιώκει είναι να μοιράζονται οι σύμμαχοι και εμπορικοί εταίροι των ΗΠΑ περισσότερο από το βάρος της λειτουργίας και διατήρησης της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης.
Πρέπει να έχει κανείς υπόψη ότι ο Τραμπ θεωρεί τον εαυτό του δεινό διαπραγματευτή. Εχει συνδέσει το όνομά του με την έννοια της τέχνης της διαπραγμάτευσης (το βιβλίο του «The Art of the Deal» ήταν μπεστ σέλερ για πολλές εβδομάδες το 1987). Ως πρόεδρος υιοθέτησε τη διαπραγματευτική μέθοδο να ανεβάζει ρητορικά τους τόνους και να προκαλεί έντονες ανησυχίες, ώστε στη συνέχεια να επιφέρει συμφωνίες και εξομάλυνση στο πλαίσιο της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης υπό ευνοϊκότερους όρους για τις ΗΠΑ.
Την ίδια διαπραγματευτική μέθοδο ακολούθησε και με τη Βόρεια Κορέα. Η ρητορική κλιμάκωση του 2017, που προκάλεσε διεθνώς φόβους για ξέσπασμα πόλεμου, οδήγησε φέτος στη συνάντηση κορυφής του Τραμπ με τον βορειοκορεάτη πρόεδρο Κιμ Γιονγκ Ουν (με αμφίβολα όμως αποτελέσματα προς το παρόν για τον δεινό, υποτίθεται, διαπραγματευτή Τραμπ).
Αξίζει να σημειωθεί ότι και οι τρεις προκάτοχοι του Τραμπ πίεζαν τους Ευρωπαίους στο ΝΑΤΟ να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες τους. Ο Τραμπ θεωρεί ότι έχει βρει μια αποτελεσματικότερη μέθοδο για να προωθήσει αυτόν τον σκοπό.
Οσον αφορά το διεθνές εμπόριο, η στάση του είναι δικαιολογημένη έναντι της Κίνας, που εκμεταλλεύτηκε τη συμμετοχή της στο ανοικτό διεθνές οικονομικό σύστημα για να μεγιστοποιήσει τις εξαγωγές της, ενώ έβρισκε αθέμιτους τρόπους να περιορίζει τις δυτικές εισαγωγές. Λιγότερο δικαιολογημένος είναι ο διαφαινόμενος εμπορικός πόλεμος του Τραμπ με τους σημαντικότερους συμμάχους του.
Η λιγότερη κατανοητή πτυχή της συμπεριφοράς του Τραμπ είναι η εμμονή του να βελτιώσει τις σχέσεις του με τον Πούτιν. Στην κοινή συνέντευξη Tύπου των δύο προέδρων στο Ελσίνκι, ένας Αμερικανός ρώτησε ευθέως τον Πούτιν αν γνωρίζει κάποια μυστικά για να εκβιάζει τον Τραμπ. Ο Πούτιν το αρνήθηκε, όπως αρνήθηκε την οποιαδήποτε ρωσική ανάμειξη στις αμερικανικές εκλογές του 2016. Ο Τραμπ δήλωσε ότι τον πιστεύει.
Ο καθηγητής Χαράλαμπος Παπασωτηρίου είναι πρόεδρος του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων