Οι ελληνορωσικές σχέσεις δοκιμάζονται σοβαρά. Οι κατηγορίες για παράνομες δραστηριότητες που θίγουν την εθνική μας κυριαρχία είναι βαριές και κουμπώνουν στις συχνές αιτιάσεις δυτικών κύκλων για απροκάλυπτη ανάμειξη της Μόσχας στα εσωτερικά τρίτων κρατών. Ωστόσο, οι καταγγελίες της Αθήνας αποκτούν άλλη αξία εφόσον προέρχονται από μια χώρα που μέχρι πρότινος εθεωρείτο φίλα προσκείμενη στη Ρωσία (στο παρελθόν είχαμε κατηγορηθεί ακόμη και ως δούρειος ίππος της στην ΕΕ).
Υπογραμμίζεται σε αυτό το σημείο πως στην αρχή της διακυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ κυβερνητικοί αξιωματούχοι προσέβλεπαν στη ρωσική οικονομική βοήθεια ως αντιστάθμισμα στις πιέσεις των Ευρωπαίων, άλλοι δε θεωρούσαν τη Ρωσία αντίβαρο στη διαπραγμάτευση, αν όχι δυνητική εναλλακτική έναντι των δανειστών/εταίρων μας. Μάλιστα, είχε ζητηθεί από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς να διαβουλευθούν με την ελληνική πλευρά προτού προχωρήσουν στην παράταση των κυρώσεων εναντίον της Μόσχας εξαιτίας της προσάρτησης της Κριμαίας.  
  Σήμερα, αντιθέτως, η Αθήνα έδειξε αποφασισμένη να τραβήξει το σχοινί: είτε γιατί ρωσικοί παράγοντες πράγματι υπερέβησαν τα εσκαμμένα είτε ως προειδοποιητική βολή έναντι επίδοξων μιμητών που θα αποπειραθούν να υπονομεύσουν τις Πρέσπες ή για να στιγματιστούν οι διαφωνούντες με αλλότρια συμφέροντα ώστε να μετριαστεί σχετικά το κύμα αμφισβήτησης ή ακόμη και ως βολικό άλλοθι σε περίπτωση αδυναμίας υποστήριξης της συμφωνίας μέχρι τέλους. Ακόμη και αν αργότερα αναδιπλωθούμε, στη συνείδηση των Ρώσων νοούμαστε πλέον ως μακρύ χέρι των ΗΠΑ (κυρίως της αμερικανικής γραφειοκρατίας που προσεγγίζει συγκρουσιακά τις σχέσεις με τη Μόσχα). Εφόσον, λοιπόν, η Ρωσία συμπεράνει ότι οι επιλογές μας υπαγορεύονται από την Ουάσιγκτον, ίσως δοκιμάσει τις αντοχές μας σε διάφορα πεδία, χωρίς πάντως να διαρρήξει πλήρως τους δεσμούς. Οι αποφάσεις της ναι μεν δεν θα ληφθούν εν θερμώ, εντούτοις σε ένα ρευστό περιβάλλον και ενώ οι σχέσεις της με την Τουρκία αποκτούν στρατηγικά χαρακτηριστικά (ενέργεια, εμπόριο, αναθεωρητισμός ως κοινός παρονομαστής) δεν μπορούμε να αποκλείσουμε εκπλήξεις.
Αν και η Αθήνα δεν μπορεί να δημοσιοποιήσει ευαίσθητες πληροφορίες σχετικά με το θέμα, προκύπτουν εύλογα ερωτήματα: δόθηκαν στοιχεία στη Μόσχα τα οποία αψήφησε, ήταν οι παρεμβάσεις τόσο ωμές εν σχέσει με άλλων κρατών, θα παρέμβει η ελληνική Δικαιοσύνη διώκοντας τους αποδέκτες (π.χ. χρηματισμού) και εντέλει γιατί δεν εισακούστηκαν οι συστάσεις μας όπως στο παρελθόν;
Τέλος, δύο επισημάνσεις: παρά τις περιορισμένες προοπτικές, η περαιτέρω επιδείνωση των ελληνορωσικών σχέσεων είναι αχρείαστη (ιδίως σε μια φάση ευρύτερων ανακατατάξεων αλλά και επανόδου στην κανονικότητα και αναζήτησης επενδύσεων), ενώ χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στην αποφυγή συμμετοχής μας σε ευκαιριακού τύπου συμπράξεις με επιθετικό χαρακτήρα (σήμερα η Ρωσία, αύριο το Ιράν;) αντί ουσιαστικών και αμοιβαία επωφελών εταιρικών σχέσεων.
Ο δρ Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής Ερευνών ΙΔΙΣ
και συγγραφέας του βιβλίου «Τουρκία, Ισλάμ, Ερντογάν»