Ενα τοξικό κοκτέιλ το οποίο συνθέτουν φόροι, ανεργία, χαμηλοί μισθοί αλλά και υψηλές τιμές σε προϊόντα και υπηρεσίες δηλητηριάζει τα ελληνικά νοικοκυριά, κάνοντας για σημαντική μερίδα πολιτών την καθημερινότητα έναν αγώνα επιβίωσης. Οι Ελληνες συγκαταλέγονται πλέον ανάμεσα στους φτωχότερους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ενωσης έχοντας από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης υποστεί ραγδαία υποβάθμιση του βιοτικού τους επιπέδου. Και ενώ η κυβέρνηση ευαγγελίζεται την έξοδο από τα Μνημόνια και την αλλαγή σελίδας για την ελληνική οικονομία, το φως στο τούνελ δείχνει να είναι ακόμα πολύ μακριά και μαζί του η ανάπτυξη για τις τσέπες των νοικοκυριών.
Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, στο διάστημα 2008-2017 το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων επιδεινώθηκε δραματικά. Είναι ενδεικτικό ότι οι ονομαστικές δαπάνες ανά κάτοικο στην Ελλάδα υποχώρησαν από 17.008 ευρώ το 2008 σε 12.929 ευρώ το 2017, δηλαδή μειώθηκαν κατά 24,4%. Στο ίδιο διάστημα το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας έφτασε στο 67% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ενώ η πραγματική ιδιωτική κατανάλωση τη χρονιά που πέρασε διατηρήθηκε σε επίπεδα κατά 23% χαμηλότερα από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο.
Και μπορεί οι Ελληνες θα είναι πλέον από τους φτωχότερους Ευρωπαίους, όμως αυτό δεν αποτυπώνεται στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών, αφού το 2017 η Ελλάδα κατετάγη ως η 17η ακριβότερη χώρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, καθώς οι διαδοχικές αυξήσεις σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης και ΦΠΑ πυροδότησαν τις τιμές σε μια σειρά αγαθών και υπηρεσιών με άμεση επίπτωση στο καλάθι των νοικοκυριών που εξαιτίας και των συρρικνωμένων εισοδημάτων έγινε «ελαφρύτερο».
Οπως δείχνει η τελευταία έρευνα του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΟΠΑ) για την καταναλωτική συμπεριφορά, το κόστος στο μέσο μηναίο καλάθι στο σουπερμάρκετ μειώθηκε στα 278 ευρώ από 332 που ήταν το 2012, δηλαδή έχασε 54 ευρώ μέσα σε μια πενταετία.
 Η κατάσταση αυτή έχει όμως και αλυσιδωτές αντιδράσεις στην αγορά και τις επιχειρήσεις, που βλέπουν τη συνεχή πτώση των πωλήσεών τους, με αποτέλεσμα ήδη χιλιάδες επιχειρήσεις να έχουν βάλει λουκέτο και χιλιάδες θέσεις εργασίας να έχουν χαθεί.
Παράλληλα, οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις αναγκάζουν αρκετούς σε αδυναμία να καλύψουν βασικές υποχρεώσεις τους. Για παράδειγμα, χιλιάδες είναι οι καταναλωτές που έχουν κάνει παύση πληρωμών, με αποτέλεσμα τα χρέη των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων μόνο προς τη ΔΕΗ να ξεπερνούν τα 2 δισεκατομμύρια ευρώ, τα ληξιπρόθεσμα χρέη των ιδιωτών προς το Δημόσιο να υπερβαίνουν ήδη τα 100 δισεκατομμύρια ευρώ και τα κόκκινα δάνεια των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων προς τις τράπεζες να είναι στα 95 δισεκατομμύρια ευρώ.
Οι μισθοί μειώνονται και η φορολογία αυξάνεται

Ολα αυτά είναι απολύτως αναμενόμενα αν δει κανείς τη μείωση των μισθών και των συντάξεων στην Ελλάδα, την ίδια ώρα που η ανεργία βρίσκεται στο 20,2%, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, ενώ η φορολογία έχει πλέον μετατραπεί σε θηλιά στον λαιμό των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Στοιχεία που παρουσίασε το ΙΟΒΕ στην τελευταία του έκθεση «Εκπαίδευση και αγορά εργασίας στην Ελλάδα: Επιπτώσεις της κρίσης και προκλήσεις», δείχνουν ότι το 2016 ο μέσος μισθός στον ιδιωτικό τομέα κυμάνθηκε στα 884 από τα 1.054 ευρώ το 2008, καταγράφοντας πτώση κατά 16,1%, δηλαδή κατά 170 ευρώ. Αντίστοιχα στον δημόσιο τομέα, η μείωση είναι πιο μεγάλη φτάνοντας το 25,8%, με τον μέσο μισθό το 2016 να κυμάνθηκε στα 1.077 ευρώ, από 1.451 που ήταν το 2008 (374 λιγότερα).
Οσο για τους μισθούς στις ΔΕΚΟ, ο μέσος μισθός το 2016 κυμάνθηκε στα 1.270 από 1.549 ευρώ τo 2008 (-18,1%), στα Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού και Δημόσιου Τομέα στα 1.047 από 1.378 ευρώ, ενώ στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης στα 925 από 1.192 ευρώ.
Πρωταθλητές Ευρώπης στην… απαισιοδοξία

Το αδιέξοδο αυτό στο οποίο βρίσκονται οι Ελληνες τους κατατάσσει μακράν ως τους πρώτους στην ευρωπαϊκή κλίμακα απαισιοδοξίας, σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε την περασμένη εβδομάδα το ΙΟΒΕ. Συγκεκριμένα, το δεύτερο τρίμηνο του τρέχοντος έτους, το ποσοστό των Ελλήνων οι οποίοι είναι απαισιόδοξοι για την οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού τους το επόμενο 12μηνο παραμένει κατά μέσο όρο στο 59%, αν και μειώνεται οριακά, στο 62% (από 63%), το ποσοστό των Ελλήνων που διατυπώνει δυσοίωνες προβλέψεις σχετικά με την οικονομική κατάσταση της χώρας. Ως προς την πρόθεση για αποταμίευση, το ποσοστό των νοικοκυριών που δεν αξιολογεί ως πιθανή την αποταμίευση από την πλευρά του το επόμενο 12μηνο παραμένει στο 89%. Στις προβλέψεις για την εξέλιξη της ανεργίας  ο ένας στους δύο εκτιμά ότι η κατάσταση θα επιδεινωθεί, με μόλις το 16% να διατυπώνει αντίθετη άποψη. Τέλος, το ποσοστό εκείνων που αναφέρουν ότι «μόλις τα βγάζουν πέρα» διευρύνεται στο 67%.

Στην πρώτη τριάδα των 28 της ΕΕ
Φωτιά στις τιμές της αμόλυβδης

Oμως και στην αγορά καυσίμων η Ελλάδα βρίσκεται ψηλά και συγκεκριμένα στις τρεις ακριβότερες χώρες της ΕΕ σε ό,τι αφορά τις τιμές της αμόλυβδης βενζίνης. Απο τη μια πλευρά οι στρεβλώσεις που υπάρχουν στην αγορά σε συνδυασμό με τα φαινόμενα κερδοσκοπίας τα οποία  το τελευταίο διάστημα ενόψει καλοκαιριού έχουν αυξηθεί, και από την άλλη οι απανωτές αυξήσεις στους φόρους που επιβαρύνουν τις τιμές των καυσίμων έχουν εκτοξεύσει την Ελλάδα στην πρώτη τριάδα των 28 χωρών. 
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία στις αρχές Ιουλίου που δημοσιοποίησε η   Γενική Διεύθυνση Ενέργειας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Ολλανδία έχει την ακριβότερη αμόλυβδη βενζίνη με την τιμή να βρίσκεται σκαρφαλωμένη στα 1,666 ευρώ το λίτρο,  ενώ και η Δανία με την Ελλάδα  βρίσκονται στη δεύτερη θέση με την τιμή στα 1,643 ευρώ το λίτρο και αυτό παρά το γεγονός ότι η ψαλίδα των εισοδημάτων μεταξύ Ελλήνων και Δανών είναι ιδιαίτερα μεγάλη. 
Από την επεξεργασία της τελικής τιμής της αμόλυβδης βενζίνης στην ελληνική αγορά αναδεικνύεται ότι το περίπου 62% με 63% διαμορφώνεται από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης, τον ΦΠΑ και τα λοιπά τέλη και άλλες επιβαρύνσεις. Ποσοστό της τάξης του 31 % με 32% αφορά στην τιμή του διυλιστηρίου και το υπόλοιπο 6% είναι το μεικτό περιθώριο κέρδους της εμπορίας και της λιανικής.  Η σύνθεση αυτή αποτελεί και την αιτία για την οποία η οποιαδήποτε μεταβολή της τιμής της πρώτης ύλης των καυσίμων  και ιδίως η μείωση επηρεάζει μόνο το 1/3 της τελικής αξίας του προϊόντος στις αντλίες.