Για ακόμα μία φορά, Ντόναλντ Τραμπ και Βλαντίμιρ Πούτιν συμφώνησαν: υπάρχουν δυνάμεις εντός των ΗΠΑ που προσπαθούν να αμαυρώσουν την επιτυχημένη τους πρώτη συνάντηση. Δεν είναι λοιπόν παράξενο που το «Time» εμφάνισε τους δύο προέδρους ως ένα, εικονογραφώντας με ένα υβριδικό όσο και τρομακτικό πορτρέτο το νέο πρωτοσέλιδό του.
«Η σύνοδος με τη Ρωσία ήταν μια μεγάλη επιτυχία, εκτός από τους πραγματικούς εχθρούς του λαού, τα Μέσα Ψευδών Ειδήσεων» έγραψε ο αμερικανός πρόεδρος στο Τwitter. «Αναμένω με ανυπομονησία τη δεύτερη συνάντησή μας, ώστε να μπορέσουμε να αρχίσουμε να εφαρμόζουμε κάποια από τα πολλά που συζητήσαμε…» πρόσθεσε. Η συνάντηση στο Ελσίνκι «ήταν επιτυχημένη συνολικά και οδήγησε σε μερικές χρήσιμες συμφωνίες. Φυσικά θα δούμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα» επεσήμανε από την πλευρά του ο Πούτιν, μιλώντας σε ρώσους διπλωμάτες. «Βλέπουμε πως υπάρχουν δυνάμεις στις ΗΠΑ που είναι έτοιμες να θυσιάσουν αμέριμνες τις ρωσοαμερικανικές σχέσεις, να τις θυσιάσουν για τις φιλοδοξίες τους σε μια εσωτερική πολιτική μάχη στις ΗΠΑ» προσέθεσε. Η μόνη διαφορά είναι πως εκείνος δεν ξεχώρισε τα «Μέσα Ψευδών Ειδήσεων» αλλά αμερικανούς πολιτικούς που θέτουν τα «μικροκομματικά τους συμφέροντα» πάνω από το συμφέρον των ΗΠΑ και είναι αρκετά ισχυροί ώστε να επιβάλλουν τα «μυθεύματά» τους σε εκατομμύρια Αμερικανούς.
Είναι τόσα τα μπρος – πίσω και οι αντικρουόμενες δηλώσεις που έχει κάνει ο Τραμπ από την ημέρα της συνόδου και εξής που οι Δημοκρατικοί απαιτούν να προσέλθει στο Καπιτώλιο να καταθέσει ο επίσημος διερμηνέας του – μια προοπτική μάλλον απίθανη, δεδομένης της έλλειψης ρεπουμπλικανικής στήριξης. Οπως σημειώνουν πάντως οι «New York Times», και οι Ρεπουμπλικανοί έχουν σκληρύνει την κριτική τους, εκφράζοντας θυμό και δυσπιστία. Ο αμερικανός πρόεδρος δέχεται επιπλέον σφοδρά πυρά επειδή συζήτησε με τον Πούτιν – και κατόπιν με την ομάδα του, πριν τελικά την απορρίψει αργά χθες ο Λευκός Οίκος – μία «απίστευτη», όπως ο ίδιος τη χαρακτήρισε στο Ελσίνκι, συμφωνία: ο ειδικός εισαγγελέας Ρόμπερτ Μιούλερ θα έχει τη δυνατότητα να ανακρίνει στη Ρωσία τους 12 πράκτορες των υπηρεσιών πληροφοριών του ρωσικού στρατού που κατηγορεί για την προεκλογική παραβίαση των ηλεκτρονικών υπολογιστών του Δημοκρατικού Κόμματος και σε αντάλλαγμα θα επιτραπεί στις ρωσικές Αρχές να ανακρίνουν έντεκα αμερικανούς πολίτες που όπως υποστηρίζει η Μόσχα ενεπλάκησαν σε παράνομες συναλλαγές με τον Ουίλιαμ Μπράουζερ, έναν αμερικανογεννημένο βρετανό χρηματοοικονομικό σύμβουλο και μακροχρόνιο επικριτή του Κρεμλίνου. Για να κατανοήσει κανείς το μέγεθος των αντιδράσεων, αρκεί να σκεφτεί πως ένας από τους έντεκα που ζητούσε να ανακρίνει ο Πούτιν είναι ο καθηγητής Πολιτικών Επιστημών του Στάνφορντ Μάικλ Μακφόλ, πρώην πρεσβευτής στη Μόσχα επί Μπαράκ Ομπάμα, ένας άνθρωπος που χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης, συγγραφέας ενός βιβλίου – κόλαφος για τη Ρωσία του Πούτιν («Από τον Ψυχρό Πόλεμο στην Καυτή Ειρήνη»).
Αλλά από την άλλη πλευρά, οι «New York Times» αποκαλύπτουν πως δύο εβδομάδες πριν από την ορκωμοσία του, ο Τραμπ είχε δει άκρως απόρρητες πληροφορίες που έδειχναν ότι ο Πούτιν είχε προσωπικά διατάξει περίπλοκες κυβερνοεπιθέσεις με στόχο τον επηρεασμό των προεδρικών εκλογών – και έκτοτε δεν έχει πάψει να «αδειάζει» τις μυστικές υπηρεσίες του. «Δεν αναμείχθηκε η Ρωσία; Τότε εξηγήστε τη Μαρία Μπούτινα» έγραφε χθες η «Washington Post», αναφερόμενη στην 29χρονη Ρωσίδα που κρατείται από την περασμένη Κυριακή, κατηγορούμενη για μια πολύχρονη, καλοσχεδιασμένη επιχείρηση επηρεασμού των Ρεπουμπλικανών, μέσω διείσδυσής της σε συντηρητικούς κύκλους. Εχει πλέον ξεκαθαριστεί πως η Μπούτινα, που χρησιμοποιούσε τακτικά το σεξ προκειμένου να προωθήσει τους σκοπούς της, συνεργαζόταν με έναν υψηλόβαθμο ρώσο αξιωματούχο και είχε στενές επαφές με ρώσους πράκτορες της FSB.