Ενας Καταλανός ο οποίος οδήγησε την Μπαρτσελόνα στον ευρωπαϊκό θρόνο, κάθεται στον πάγκο του Παναθηναϊκού για τρίτη σεζόν στη σειρά, έχει ήδη συλλέξει τρεις τίτλους, αλλά τον στοιχειώνει ο πόθος της επιστροφής στο Φάιναλ Φορ…  Ενας Αμερικανοεβραίος ο οποίος επιστρέφει στην Ελλάδα έπειτα από οκτώ χρόνια, μοστράρει τους τίτλους του στο Ευρωμπάσκετ και στην Ευρωλίγκα, έχει κιόλας ένα μερτικό στο προπέρσινο πρωτάθλημα των Καβαλίερς στο ΝΒΑ και προσδοκά να αναζωογονήσει τα κύτταρα του Ολυμπιακού…
Και ένας Ιταλός ο οποίος ανταποκρίθηκε στην πρόκληση της ΑΕΚ, έρχεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα και αναλαμβάνει να καθοδηγήσει μια ομάδα η οποία προέρχεται από μια επική σεζόν…  Προς τι αυτή η αναφορά; Μα για τον απλούστατο λόγο ότι για πρώτη φορά ύστερα από μια δεκαπενταετία και οι τρεις μπασκετικές παραφυάδες του πάλαι ποτέ ΠΟΚ θα έχουν ξένους προπονητές: αναντάμ παπαντάμ ξένους, ούτε καν ελληνοποιημένους, όπως συνέβη τη σεζόν 2002-03, όταν στον πράσινο πάγκο βρισκόταν ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς, στον κόκκινο ο Λευτέρης Σούμποτιτς και στον κίτρινο ο Ντράγκαν Σάκοτα.
Και πότε συμβαίνουν όλα αυτά; Τώρα που η ελληνική προπονητική σχολή όχι μονάχα είναι παγκοσμίως αναγνωρίσιμη, αλλά αποτελεί και δημοφιλές εξαγώγιμο προϊόν!
Παρεμπιπτόντως, πέρυσι τρεις έλληνες προπονητές κάθονταν σε πάγκους ομάδων της Ευρωλίγκας (Δημήτρης Ιτούδης/ ΤΣΣΚΑ Μόσχας, Γιώργος Μπαρτζώκας/ Χίμκι, Ηλίας Καντζούρης/ Μπάμπεργκ, ως υπηρεσιακός ανάμεσα στον Τρινκιέρι και στον Μπάνκι), ενώ ο Φώτης Κατσικάρης έγινε ο πρώτος Ελληνας και ένας από τους μετρημένους στα δάχτυλα του ενός χεριού Ευρωπαίους, ο οποίος άνοιξε τα φτερά του προς το ΝΒΑ, ως μέλος του επιτελείου των Γιούτα Τζαζ. Την ίδια στιγμή ο Ηλίας Ζούρος βρίσκεται στην τεχνική ηγεσία της εθνικής ομάδας της Γεωργίας, ο Δημήτρης Πρίφτης καθοδηγεί την Ούνικς Καζάν, ενώ ο Γιάννης Σφαιρόπουλος προφανώς κάποια στιγμή θα ξαναβγεί στο εξωτερικό, μετά την πρότερη θητεία του ως ασίσταντ του Γιόνας Καζλάουσκας στην ΤΣΣΚΑ.  Ο Μπαρτζώκας έχει κοουτσάρει άλλες δύο ξένες ομάδες στην Ευρωλίγκα (Λοκομοτίβ Κουμπάν, Μπαρτσελόνα), ο Παναγιώτης Γιαννάκης διετέλεσε προπονητής στην Εθνική Κίνας, ο Κατσικάρης είχε περάσει για ένα φεγγάρι (αλλά αποχώρησε προτού καθίσει επισήμως στον πάγκο) από την Εθνική Ρωσίας, ο Αργύρης Πεδουλάκης καθοδήγησε την Ούνικς Καζάν, ο Ηλίας Παπαθεοδώρου και ο Κώστας Φλεβαράκης την Αστανά και πάει λέγοντας…  Παρεμπιπτόντως, ως γόνος της ελληνικής προπονητικής σχολής πρέπει αυτοδικαίως να λογίζεται και ο Μίλαν Τόμιτς, ο οποίος αποχώρησε από τον Ολυμπιακό έπειτα από 26 χρόνια και ανέλαβε την τεχνική ηγεσία του Ερυθρού Αστέρα Βελιγραδίου.
Ο Πασκουάλ, ύστερα από δύο σεζόν έχει δώσει ήδη τα διαπιστευτήριά του (και) στον Παναθηναϊκό ως προπονητής που προσπαθεί να εξισορροπήσει την απόδοση της ομάδας του στα δυο άκρα του γηπέδου με θυρεούς τις (αμυντικές) αλλαγές σε όλα τα σκριν, την ταχύτητα στο σετ παιχνίδι, τη δημιουργία του Καλάθη και τα σουτ τριών πόντων.  Ο Σφαιρόπουλος αποχώρησε από την τεχνική ηγεσία του Ολυμπιακού έπειτα από τέσσερα χρόνια αφήνοντας πίσω του ως κληρονομιά στον Μπλατ δύο πρωταθλήματα, δύο τελικούς της Ευρωλίγκας και ένα στυλ παιχνιδιού που τον ταυτοποιούσε απολύτως, εξού και η δήλωσή του «τιμή μου και καμάρι μου να με λένε αμυντικογενή προπονητή». Ο Μπλατ, ο οποίος είχε διατελέσει προπονητής του Αρη επί πέντε μήνες τη σεζόν 2009-10, ομνύει σε μια διαφορετική φιλοσοφία επί τη βάσει της οποίας – και χωρίς ηχηρές μεταγραφές – θα επιδιώξει να παρουσιάσει μια ομάδα που θα διαθέτει μεγαλύτερες ποσότητες αθλητικότητας, ταχύτητας και επιθετικότητας.
Ο Λούκα Μπάνκι αρέσκεται στο up tempo game, επιδιώκει να βάζει την μπάλα στα χέρια των παικτών που μπορούν να κουβαλήσουν την ομάδα, χωρίς να τους υποχρεώνει να ακολουθήσουν πιστά το σύστημα, ενώ στην άμυνα χρησιμοποιεί τρικ συμπεριλαμβανομένων και διαφόρων παραλλαγών στη ζώνη προσαρμογής, η οποία παρεμπιπτόντως θεωρείται το trademark του Μπλατ.