Την τρίτη δεκαετία της αυτόνομης πορείας της (μετά τον κατακερματισμό της πρώην ενιαίας Γιουγκοσλαβίας) διάγει η Εθνική Κροατίας και για δεύτερη φορά ανέβηκε σε βάθρο Μουντιάλ καταλαμβάνοντας τη δεύτερη θέση στα γήπεδα της Ρωσίας. Είχε προηγηθεί η χάλκινη γενιά του 1998 με επίλεκτα μέλη της να θητεύουν και σε ελληνικούς συλλόγους. Προσφιλής προορισμός τους ο Παναθηναϊκός, που έμελλε μάλιστα να αποτελέσει και τερματικό σταθμό για ορισμένους εξ αυτών.
Αλιόσα Ασάνοβιτς
Ας ξετυλίξουμε όμως από την αρχή το κουβάρι. Πριν από την έναρξη του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1998 ο διορατικός Παναθηναϊκός προνόησε να αποκτήσει τον Αλιόσα Ασάνοβιτς. Ο αριστεροπόδαρος μαέστρος είχε σημαίνοντα ρόλο στην πορεία των Κροατών προς την 3η θέση με χάι λάιτ την ασίστ που μοίρασε στον Νταβόρ Σούκερ στον ημιτελικό με τους Γάλλους (ήττα 2-1). Στο Τριφύλλι ο προερχόμενος από τη Νάπολι Ασάνοβιτς είχε 61 συμμετοχές και 13 γκολ σε όλες τις διοργανώσεις τη διετία 1998-2000. Δεν κατάφερε ωστόσο να κατακτήσει κάποιο τίτλο πριν μεταπηδήσει στην Αούστρια Βιέννης. Την περίοδο 2016-17 έμελλε να αγωνιστεί στην Ελλάδα και ο Αντόνιο Ασάνοβιτς, ο γιος τού Αλιόσα (φόρεσε τη φανέλα του Ιωνικού στη Γ" Εθνική).
Βλάοβιτς και Σάριτς
Μετά την αποχώρηση τού Ασάνοβιτς, που ειρήσθω εν παρόδω είχε σημειώσει και το πρώτο γκολ της Κροατίας μετά τη διάσπαση της Γιουγκοσλαβίας σε φιλικό με τις ΗΠΑ στις 17 Οκτωβρίου 1990 στο Ζάγκρεμπ (νίκη 2-1), κατέφθασαν στην Παιανία (το 2000) ο επιθετικός Γκόραν Βλάοβιτς και ο δεξιός μπακ Ντανιέλ Σάριτς.
Ο πρώτος συμμετείχε ενεργά στο Μουντιάλ του 1998 και μάλιστα είχε σκοράρει και στον προημιτελικό (3-0) κόντρα στη Γερμανία. Στο Τριφύλλι ο Βλάοβιτς εντάχθηκε μετά τη θητεία του στη Βαλένθια και σε τέσσερις σεζόν κατέγραψε στο ενεργητικό του 116 συμμετοχές και 40 γκολ σε όλες τις διοργανώσεις. Μετά τις δύο πρώτες περιόδους πάντως (το 2001-02 συνέβαλε και στην πορεία προς τα προημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ) ο δείκτης παραγωγικότητάς του άρχισε να φθίνει. Την τελευταία χρονιά του όμως έμελλε να κατακτήσει το νταμπλ (είχε 15 συμμετοχές σε όλες τις διοργανώσεις εκ των οποίων οι 9 ως αλλαγή) και αποσύρθηκε από την ενεργό δράση σε ηλικία 32 ετών. Χρήζει επίσης επισήμανσης ότι στις 20 Οκτωβρίου 2001 (με προπονητή Γιάννη Κυράστα) πέτυχε πενταρέ στο 8-0 του Παναθηναϊκού απέναντι στην Παναχαϊκή του πιτσιρικά τότε Κώστα Κατσουράνη.
Ο Βλάοβιτς συνυπήρξε στους Πράσινους για τρία χρόνια με τον Σάριτς ο οποίος είχε μία συμμετοχή στα προκριματικά του Μουντιάλ 1998, αλλά δεν συμπεριλήφθηκε στην αποστολή. Στον Παναθηναϊκό παρέμεινε από το 2000 έως το 2003 (πριν επαναπατριστεί για λογαριασμό της Ριέκα) με 78 συμμετοχές και ένα γκολ. Ηταν βασικός στους δύο προημιτελικούς του Τσάμπιονς Λιγκ με την Μπαρσελόνα (νίκη 1-0 στη Λεωφόρο στις 3 Απριλίου 2002 και ήττα 3-1 στις 9/4 στη Βαρκελώνη).
Ρόμπερτ Γιάρνι
Επίλεκτο μέλος της γενιάς του 1998 ήταν ο Ρόμπερτ Γιάρνι (παρεμπιπτόντως, στον προημιτελικό με τη Γερμανία πέτυχε και το μοναδικό του γκολ με τη Χρβάτσκα), αλλά δεν φτούρησε στον Παναθηναϊκό. Είχε προλάβει μάλιστα να θητεύσει και στην ενωμένη Γιουγκοσλαβία στο Μουντιάλ του 1990, ενώ το 1987 αναδείχτηκε πρωταθλητής κόσμου με την under 21 της χώρας. Στο Τριφύλλι ωστόσο περιορίστηκε σε 8 συμμετοχές και 338 αγωνιστικά λεπτά στην εξάμηνη θητεία του στο δεύτερο μισό της περιόδου 2001-02. Με την πράσινη φανέλα πάντως έμελλε να κρεμάσει τα παπούτσια του.
Σίλβιο Μάριτς
Σε τέσσερα παιχνίδια είχε αγωνιστεί στο Μουντιάλ 1998 ο μεσοεπιθετικός Σίλβιο Μάριτς, που πανηγύρισε νταμπλ με τον Παναθηναϊκό στην πρώτη του σεζόν στην Ελλάδα (2003-04). Συνολικά έπαιξε σε 51 αγώνες με το Τριφύλλι (σε δύο περιόδους) σημειώνοντας τρία γκολ.
Αντονι Σέριτς
Ο γεννημένος στο Σίδνεϊ αριστερό μπακ Αντονι Σέριτς επέλεξε την κροατική υπηκοότητα και συμπεριλήφθηκε στην αποστολή της Χρβάτσκα σε τρία Μουντιάλ (1998, 2002, 2006), δίχως όμως να πάρει χρόνο συμμετοχής. Ο Παναθηναϊκός τον απέκτησε με εισήγηση Αλμπέρτο Μαλεζάνι (είχαν συνυπάρξει στη Βερόνα) το 2005 και στην τριετή θητεία του δεν κατέκτησε κάποιο τίτλο.
Απωθημένο ο Σούκερ
Ο μουντιαλικός Κροάτης που υμνήθηκε από τους φίλους του Παναθηναϊκού χωρίς να αγωνιστεί στο Τριφύλλι είναι ο Νταβόρ Σούκερ. Ο σημερινός πρόεδρος της κροατικής ομοσπονδίας (και τοπ σκόρερ της Χρβάτσκα με 45 γκολ) απέκτησε ισχυρό έρεισμα στις τάξεις των Πράσινων οπαδών επειδή σκόραρε κατά του Ολυμπιακού ως παίκτης της Σεβίλλης και της Ρεάλ Μαδρίτης. Μέχρι και υποδοχή του επεφύλαξαν όταν έφθασε στην Αθήνα το 1997 για να αγωνιστεί με τη Βασίλισσα απέναντι στους Ερυθρόλευκους στο Τσάμπιονς Λιγκ. Παρά τις απόπειρες του Γιώργου Βαρδινογιάννη, ο Σούκερ έμεινε τελικά μεταγραφικό απωθημένο για τον Παναθηναϊκό.

Η σύνδεση του 1998 με το 2018
Κοινή συνισταμένη στις δύο εξέχουσες μουντιαλικές πορείες της Κροατίας (1998, 2018) είναι πως χρειάστηκε να αποκλείσει και την Ελλάδα. Πριν από 20 χρόνια βρέθηκαν στον ίδιο προκριματικό όμιλο, ενώ τον περασμένο Νοέμβριο συγκρούστηκαν στα μπαράζ.

Παναθηναϊκός
Η πράσινη 14άδα
Δεν μπήκε στο μεταγραφικό κάδρο του Παναθηναϊκού μόνο η γενιά του 1998.
Μετά τη διάσπαση της Γιουγκοσλαβίας το Τριφύλλι άντλησε συνολικά 14 παίκτες από την κροατική δεξαμενή (περισσότερους από κάθε άλλη ελληνική ομάδα).
Πέρα από τους Αλιόσα Ασάνοβιτς, Γκόραν Βλάοβιτς, Ρόμπερτ Γιάρνι, Αντονι Σέριτς, Ντάνιελ Σάριτς και Σίλβιο Μάριτς θήτευσαν στην ομάδα και οι Μάριο Γκαλίνοβιτς (2004-2010), Σρνταν Αντριτς (2004-07), Ιγκόρ Μπίσκαν (2005-07), Αντε Ρουκάβινα (2008-10), Ματέο Ραντοβάνοβιτς (2009-11 χωρίς συμμετοχή), Γκόρντον Σίλντενφελντ (2013-15), Ντάνιελ Πράνιτς (2013-16) και Μλάντεν Πέτριτς (2013-16, φωτογραφία αριστερά). Μάλιστα ο τελευταίος κρέμασε τα παπούτσια του με τον Παναθηναϊκό (όπως και οι Γιάρνι, Βλάοβιτς), ενώ ο προερχόμενος από τη Λίβερπουλ Μπίσκαν είχε θεωρηθεί μεταγραφή… αεροδρομίου (δίχως να ευοδωθούν οι προσδοκίες).
Από τον Μπλάζεβιτς στον Τούντορ
Πριν εξελιχθεί σε πρόδρομο των επιτυχιών της Εθνικής Κροατίας, ο προπονητής Μίροσλαβ (Τσίρο) Μπλάζεβιτς είχε γίνει αποδιοπομπαίος τράγος στην Τούμπα…
Την περίοδο 1991-92 θήτευσε στον ΠΑΟΚ, αλλά δεν πρόλαβε να βγάλει τη σεζόν (11-10-4). Τέλη Μαρτίου, εννιά αγωνιστικές πριν από το φινάλε του πρωταθλήματος, αποπέμφθηκε με διάδοχη λύση από τον Γιάννη Γούναρη, ο οποίος κοουτσάρισε τον Δικέφαλο και στον διπλό (χαμένο) τελικό Κυπέλλου με τον Ολυμπιακό εκείνη την περίοδο.
Δύο χρόνια μετά (πάλι Μάρτιο μήνα) ο Μπλάζεβιτς ανέλαβε το πηδάλιο της Χρβάτσκα με τις ευλογίες τού τότε προέδρου της Κροατίας Φράνκο Τούτζμαν. Η αρχή της εκτίναξης. Ο «Trener svih trenera» («Προπονητής όλων των προπονητών» όπως αποκαλείται στην πατρίδα του) οδήγησε την Εθνική στα προημιτελικά του Euro 1996 και στην 3η θέση στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998.
Σημειωτέον, ανέπτυξε και πολιτική δράση παράλληλα με το ποδόσφαιρο. Ηταν μέλος του δεξιού κόμματος HDZ και το 2005 έθεσε υποψηφιότητα για πρόεδρος της Κροατίας (με 19,8% αποκλείστηκε από τον πρώτο γύρο). Το 2009 πάντως εξελέγη δημοτικός σύμβουλος στο Ζάγκρεμπ. Παρεμπιπτόντως, τα αδέρφια του Αντο και Τζόσο στη διάρκεια του Β" παγκοσμίου Πολέμου ήταν μέλη της κροατικής φασιστικής οργάνωσης Ουστάσι (σκοτώθηκαν σε συμπλοκές). Ο ίδιος πάντως αποκήρυξε τη δράση τους διαχωρίζοντας ξεκάθαρα τη θέση του.
Τούντορ και Γκάμπριτς
Στον ΠΑΟΚ θήτευσε ως προπονητής και ο Ιγκόρ Τούντορ, ο οποίος είχε τρεις συμμετοχές ως παίκτης στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998 υπό τις οδηγίες του Μίροσλαβ Μπλάζεβιτς.
Με τον Δικέφαλο συνεργάστηκε σε ηλικία 37 ετών και απολύθηκε ύστερα από 45 αγώνες σε όλες τις διοργανώσεις τη σεζόν 2015-16 (επίδοση 17-17-11). Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν η ήττα 2-1 από τον Πανθρακικό στην Κομοτηνή στις 6 Μαρτίου 2016, ενώ του χρεώθηκε και η δήλωση «Πέλκας, Μυστακίδης δεν είναι Φορτούνης, Ιντέγε». Στα προκριματικά του Μουντιάλ 1998 έκλεισε ο κύκλος του Τόντσι Γκάμπριτς στην Εθνική Κροατίας. Από τον ΠΑΟΚ πάντως είχε αποκτηθεί ως εν ενεργεία διεθνής το 1991 και σε δύο σεζόν αγωνίστηκε σε 49 αγώνες σε πρωτάθλημα και Ευρώπη. Στο Κύπελλο υπερασπίστηκε την εστία του Δικεφάλου στον χαμένο (διπλό) τελικό με τον Ολυμπιακό το 1992. Στην ελληνική Σούπερ Λίγκα – χωρίς να ανήκουν στη μουντιαλική γενιά του 1998 – έχουν αγωνιστεί μεταξύ άλλων και οι Κροάτες Σλίσκοβιτς, Ντρπιτς, Λιβάγια (στην ΑΕΚ με την υποσημείωση ότι ο πρώτος έχει και βοσνιακή καταγωγή), Σίλντενφελντ (ΠΑΟΚ, Παναθηναϊκός), Μπούτινα, Μίλιτς, Ρέζιτς (Ολυμπιακός), Τσέζαρεκ (Αιγάλεω, Αστέρας Τρίπολης, Αρης), Μπούντιμιρ (Εργοτέλης, Παναιτωλικός), Τσόβιτς (Απόλλων Σμύρνης), Κρέσιτς (Πανιώνιος, ΠΑΟΚ), Κριζμάν, Ζίζιτς (Λάρισα), Μίκουλιτς (Πανθρακικός), Μιλάνκο (ΠΑΟΚ), Τούρινα, Ρότσε (Ξάνθη) και Πόποβιτς (ΟΦΗ, Λεβαδειακός, Ατρόμητος).

Πριν από τη διάσπαση
Από Ζάετς μέχρι Τσαϊκόφσκι
Τον Οκτώβριο του 1990 καταγράφηκε ο πρώτος επίσημος αγώνας της Κροατίας, ωστόσο στην Ελλάδα είχαν αφιχθεί και προγενέστερα παίκτες και προπονητές με καταγωγή από το Ζάγκρεμπ. Λογίζονταν απλώς ως Γιουγκοσλάβοι. Τρεις εξ αυτών μάλιστα έχουν καταχωριστεί στην ιστορία του Παναθηναϊκού και της ΑΕΚ ως εμβληματικές μορφές. Με το Τριφύλλι ο αείμνηστος Στέφαν Μπόμπεκ κατέκτησε δύο πρωταθλήματα και ένα Κύπελλο, με ανεξίτηλο σημείο αναφοράς τον αήττητο τίτλο της περιόδου 1963-64. Στον Παναθηναϊκό θήτευσε και ο Βέλιμιρ Ζάετς τόσο ως παίκτης (1984-88 κατακτώντας το νταμπλ το 1986 και το κύπελλο το 1988) όσο και ως προπονητής (1996-97).
Στην ΑΕΚ το τελευταίο νταμπλ της ιστορίας της (1977-78) είχε την υπογραφή του – εκ Ζάγκρεμπ ορμώμενου προπονητή – Ζλάτκο Τσαϊκόφσκι.