Με αναδημοσιεύσεις σε όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης του πλανήτη, ή τουλάχιστον σε πολλά από αυτά, διαβάσαμε την πανηγυρική είδηση για την ανακάλυψη του «αρχαιότερου γραπτού τεκμηρίου του ελληνικού έπους της «Οδύσσειας»», που χρονολογείται στη ρωμαϊκή εποχή. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα που επαναλαμβάνονται κατά το γνωστόν απαράλλαχτα, ή σχεδόν, πρόκειται για μια πήλινη πλάκα διαστάσεων περίπου 20Χ20 εκατοστών που περιέχει την αρχή της ραψωδίας ξ της Οδύσσειας, (http:// kiwihellenist.blogspot.com/2018/07/not-oldest-written-record-of-odyssey.html).
Βρέθηκε στην Ολυμπία, έξω από το ιερό του Δία. Oι ανασκαφείς δήλωσαν πως η πινακίδα χρονολογείται στον 3ο μ.Χ. αιώνα (αν όχι νωρίτερα). Είναι δυνατόν μία πινακίδα του 3ου μ.Χ. αιώνα να θεωρείται η αρχαιότερη που έχει βρεθεί; Φοβάμαι πως οι πανηγυρισμοί που συνόδευσαν τη δημοσίευση μυρίζουν λίγο Αμφίπολη. Ηδη έχουν αρχίσει να δημοσιεύονται στο Διαδίκτυο κριτικές απόψεις από τους ειδικούς που λένε πάνω – κάτω τα εξής: όσον αφορά τα γραπτά ευρεθέντα αποσπάσματα σε κεραμικό υπόβαθρο της «Οδύσσειας» (Οδ.9.39), έχουμε ήδη από τον 5ο αιώνα π.Χ. το graffiti από απόσπασμα σε όστρακο, από την Ολβια, αποικία των Μιλησίων στη Μαύρη Θάλασσα, προγενέστερο δηλαδή κατά 8 αιώνες.
Υπάρχει επίσης ένας στίχος από την «Οδύσσεια» στον ορφικό πάπυρο του Δερβενίου που έχει ανακαλυφθεί στη Μακεδονία και χρονολογείται στα 340 με 320 π.Χ.
Τέλος, έχουμε παραδείγματα αιγυπτιακών παπύρων με αποσπάσματα από τα έπη. Αν λοιπόν θέλαμε να μιλήσουμε για το «πρώτο» ή το «μοναδικό», πρέπει να στραφούμε σε άλλους δρόμους, δηλαδή να συλλέξουμε όλη την περιγραφή μαζί: πρόκειται για το μεγαλύτερο σε έκταση απόσπασμα της «Οδύσσειας» που βρέθηκε στον σημερινό χώρο της Ελλάδας, εγχάρακτο σε κεραμικό, και στα περίχωρα ενός ιερού χώρου, τόσο σημαντικού όσο η αρχαία Ολυμπία.
Ολα αυτά μας εισάγουν στην ουσία του θέματος της σχέσης προφορικότητας και γραφής για την επική ποίηση, δηλαδή στο περίφημο ομηρικό ζήτημα. Aρχής γενομένης των δημοσιεύσεων του Milmann Parry στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, η πλειονότητα των ειδικών, με εξέχοντα τον Gregory Nagy, θεωρεί σήμερα τα ομηρικά έργα προφορική ποίηση που κάποια στιγμή καταγράφηκε. Η στιγμή της καταγραφής είναι συζητήσιμη. Ο Richard Janko την τοποθετεί στον 8ο π.Χ. αιώνα, και για τα δύο έπη, ενώ άλλοι την κατεβάζουν μέχρι τα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ. Ιχνη από αυτήν την πρώτη καταγραφή δεν σώζονται. Η προφορική προέλευση των επών θεωρεί πως πρόκειται αρχικά για πληθυντικό προφορικό έργο που ανακατασκευαζόταν σε μία εκδοχή μοναδική για κάθε ποιητική περφόρμανς από τον ποιητή που αυτοσχεδίαζε, με ρυθμική εκφορά μπροστά σε κοινό, προφανώς αλληλεπιδρώντας με αυτό, όπως γίνεται σε μία περφόρμανς τζαζ ή χιπ-χοπ. Φανταζόμαστε λοιπόν εδώ πολυάριθμες παραλλαγές, η καθεμία από τις οποίες είχε το αποτύπωμα του αυτοσχεδιασμού του ποιητή και της συνθήκης επιτέλεσης. Τα έπη λοιπόν όταν γράφονται, στην πραγματικότητα καταγράφουν  κάποια ή κάποιες από τις εκδοχές των περφόρμανς. Για αυτό δεν εκπλήττουν οι πολυάριθμες παραλλαγές που βρίσκονται όταν ανακαλύπτονται νέα αποσπάσματα των επών, σε παπύρους, σε χωματερές στην αιγυπτιακή έρημο στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ού αιώνα. Κι όταν λέω νέα, μιλάω για τη στιγμή της ανακάλυψής τους, αφού στην πραγματικότητα είναι χρονολογικά προγενέστερα υλικά τεκμήρια. Αντίθετα, η πρώτη ολοκληρωμένη έκδοση των επών που διαθέτουμε διασώζει μία εκδοχή που κληρονομείται από τη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας σε μεσαιωνική της αντιγραφή. Τα παλαιότερα αντίγραφα της πρώτης ολοκληρωμένης έκδοσης (10ος αιώνας μ.Χ.) αφορούν την «Ιλιάδα» και φυλάσσονται στη Μαρκιανή βιβλιοθήκη της Βενετίας, ενώ η Λαυρεντιανή της Φλωρεντίας φυλάσσει την πρώτη έκδοση της «Οδύσσειας». Σήμερα ακόμα, εξέχοντες φιλόλογοι όπως ο West αρνούνται την πληθυντική προφορική προέλευση για το έπος και προσπαθούν να αποκαταστήσουν μία μοναδική αυθεντική πρώτη γραπτή εκδοχή που ο Ομηρος ως ιστορικό πρόσωπο, αλλά με άλλο όνομα, συνέγραψε, για να πολλαπλασιαστεί κατόπιν εορτής στις διάφορες εκδοχές του από τους  ραψωδούς που το εκτελούσαν. Οπως καταλαβαίνει κανείς, εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε μια επιστημονική διαμάχη με ιδεολογικές ρίζες: πρόκειται για έργο αρχικά συλλογικό ή για έργο μίας μοναδικής διάνοιας που διαμοιράζεται; Πρόκειται για έργο της γραφής ή της προφορικής εκφοράς και απομνημόνευσης; Είναι το αρχαιότερο μνημείο της δυτικής ποίησης έργο μiας μεγαλοφυΐας ή πολλών και ανωνύμων;
«ΠΡΟΧΕΙΡΟ ΤΕΤΡΑΔΙΟ»; Η κεραμική πλάκα που ανακαλύφθηκε, μία παραλλαγή κι αυτή, έρχεται να μπει μέσα σε αυτήν τη συζήτηση. Μας εισάγει στο θέμα της ποίησης ως παράστασης με κοινό και της σχέσης της με τη γραφή. Μας εισάγει στο υλικό θέμα της ζωής ενός τραγουδιού, αλλά και αυτού που το τραγουδάει. Και μας εισάγει και στο θέμα του περιεχομένου του τραγουδιού αυτού.
Το πρόχειρο και φτηνό υλικό της, που δεν είναι μάρμαρο, οδηγεί σε μία περισσότερο πεζή ή λαϊκή προέλευση. Πρόκειται για ένα πρόχειρο τετράδιο; Από τον «Φαίδρο» του Πλάτωνα γνωρίζουμε τη χρήση κεριού για την εξάσκηση στο γράψιμο των αρχαίων Αθηναίων. Μήπως και ο πηλός είχε κι αυτή τη χρήση; Ή μήπως πρόκειται για αφιέρωμα; Στα ιερά έχουμε πλήθος από τάματα, αφιερώματα, από πιο φτωχά και προερχόμενα από περισσότερο ανώνυμους αναθέτες, έως πιο ακριβά και επώνυμα, όπως τα αναθήματα από μέταλλο ή μάρμαρο. Αν είναι αφιέρωμα θα στεκόταν σε κάποιο σημείο του ιερού, στηριγμένο σε μία βάση ή κρεμασμένο από μία οπή. Περιμένουμε την κανονική δημοσίευσή του για να αντιληφθούμε αν υπάρχουν ενδείξεις στη μορφή του για κάτι τέτοιο. Αλλά αν πρόκειται για αφιέρωμα, ποιος να το είχε κάνει; Κάποιος φτωχός ραψωδός της εποχής, περιπλανώμενος στα μεγάλα ιερά ή κάποιος τοπικός της Ολυμπίας; Ενα σχολιαρόπαιδο που μάθαινε τους στίχους; Ή μήπως το γράψιμο εκεί αφορούσε το πρόχειρο απομνημονευτικό υλικό για μία ομηρική περφόρμανς, στο ιερό ή στα περίχωρα; Περφόρμανς επικής απαγγελίας δεν γνωρίζουμε αν γίνονταν στην Ολυμπία, ξέρουμε όμως πως τα ιερά ήταν χώροι εκφοράς ποίησης και πως οι αγώνες ήταν ευκαιρία για τη δημοσίευση έργων: λέγεται πως ο Ηρόδοτος διάβασε δημοσίως στον ναό του Δία τις «Ιστορίες» του.
Στις εικασίες αυτές έρχεται να προστεθεί η ανάγνωση των στίχων που βλέπουμε στη φωτογραφία και είναι οι αρχικοί της Ραψωδίας ξ (1 -13). Η αρχή μιας ραψωδίας ίσως είναι περισσότερο προκλητική για αφιερωματική χρήση, αλλά και για χρήση παραστασιακή, χρήση ανάγνωσης. Διαβάζουμε στο κείμενο που διαθέτουμε για την κατασκευή μιας αυλής ωραίας και μεγάλης με χώρο ελεύθερο γύρω που ο χοιροβοσκός Εύμαιος ο ίδιος έχτισε για τα γουρούνια κατά την απουσία του αφέντη του, και εν αγνοία του Λαέρτη και της Πηνελόπης. Την περιτοίχισε με λαξευτούς λίθους που έστεψε με ξύλο αγριαπιδιάς, ενώ έξω την πασσάλωσε με πυκνά, κοντινά παλούκια, σχίζοντας τα ξύλα. Στο εσωτερικό της αυλής έφτιαξε δώδεκα στάβλους για τα γουρούνια.
Πρόκειται για την αρχιτεκτονική περιγραφή μιας κατασκευής, της αυλής και των στάβλων ενός χοιροβοσκού που συγκατοικεί με τα ζώα του. Ενα είδος γουρουνοστάνης, περιγραμμένης ως μιας «τυπικής σκηνής» του έπους, δηλαδή σκηνής που συχνά επαναλαμβάνεται απαράλλαχτα και που μεταφέρει στον ακροατή μια προφορική γνώση. Μια τέτοια περιγραφή εδώ έχουμε, του τύπου «πώς φτιάχνει κανείς μια ωραία στάνη για γουρούνια», και που θα μπορούσε κανείς να συγκρίνει με τις άπειρες Do It Yourself οδηγίες που σήμερα βρίσκουμε στο Διαδίκτυο, τη σημερινή αποθήκη κειμένων που συγκεράζει προφορικότητα και γραπτό λόγο προς ευρεία κατανάλωση. Αυτός ο τύπος περιγραφής μιας ωραίας κατασκευής θα ακολουθήσει ίσως τη δική του ξεχωριστή πορεία, εξελισσόμενος στη λεπτομέρεια και την ακρίβεια των οικοδομικών περιγραφών/επιγραφών των επόμενων αιώνων, ένα λαμπρό παράδειγμα των οποίων αποτελεί η επιγραφή της Σκευοθήκης του Φίλωνος στον Πειραιά. Είναι λοιπόν ένας βοσκός κατασκευαστής ή ένας ραψωδός που αφιερώνει; Ή είναι βοσκός και κτίστης και τραγουδιστής ταυτόχρονα; Η προσωρινή περιγραφή της πλάκας είναι ολιγόλογη, και περιμένουμε την επίσημη δημοσίευση. Αν η ανακάλυψη έχει γίνει, όπως λέγεται, σε έναν λιθοσωρό, δεν έχουμε παραπάνω στοιχεία σε σχέση με τη θέση. Κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για σκουπίδι. Ενα αρχαίο σκουπίδι, άχρηστο, ανώνυμο, που πετάχτηκε και εμφανίστηκε αίφνης μπροστά μας μετά από αιώνες, και που ίσως κάθε υπόθεση για την ιστορία του είναι απλώς μια εικασία.

Η Φοίβη Γιαννίση είναι αρχιτέκτων και ποιήτρια. Εχει εκπονήσει διδακτορικό για την αρχαϊκή ποίηση και την αρχιτεκτονική. Εχει εκδώσει, εκτός άλλων, τις ποιητικές συλλογές «Ομηρικά» (Κέδρος, 2009), «Τέττιξ» (2012) και «Ραψωδία» (2016).