«Mamma Mia! Here we go again».
Σκηνοθεσία: Ολ Πάρκερ. Ηθοποιοί: Αμάντα Σέιφριντ, Πιρς Μπρόσναν, Λίλι Τζέιμς, Μέριλ Στριπ, Σερ κ.ά. ΗΠΑ, 2018, Εγχρωμη.
Χωρίς το ξάφνιασμα της πρώτης ταινίας, χωρίς τα μεγάλα hits των ABBA και με ελάχιστη Μέριλ Στριπ, η «συνέχεια» της μιούζικαλ επιτυχίας των 600 εκατομμυρίων δολαρίων του 2008 δεν παύει να "ναι μια ευχάριστη ανάσα για την εποχή. Με κάποιες συμπαθητικές ιδέες, όχι με σπουδαίες ερμηνείες και όχι με πολλές αξιώσεις. Ως θέαμα απευθυνόμενο στον πολύ κόσμο διανθίζεται και αυτό με πολλά τραγούδια των ΑΒΒΑ (όχι όμως από τα γνωστότερα) και με κάποια φρέσκα πρόσωπα, όπως η Λίλι Τζέιμς ως νέα Ντόνα/Στριπ που είναι ίσως η καλύτερη ανθρώπινη παρουσία της ταινίας.
Το στόρι σχηματικό, σχεδόν παιδικό. Ξέρουμε από την πρώτη ταινία ότι η ταυτότητα του πατέρα της Σόφι (Αμάντα Σέιφριντ), της κόρης της Ντόνα, δεν έχει φανερωθεί. Οι πατεράδες (Πιρς Μπρόσναν, Στέλαν Σκάσγκαρντ και Κόλιν Φερθ) είναι παρόντες. Oχι μόνο στην ηλικία τους αλλά και νεότεροι. Διότι η ταινία είναι μοιρασμένη στα δύο: στο τι συνέβη στο νησί ονόματι Καλοκαίρι το 1979 όταν η Ντόνα έμεινε έγκυος στη Σόφι και στο τι συμβαίνει στο ίδιο νησί σήμερα, που η Σόφι είναι επίσης έγκυος… Δύο μεγάλα κομμάτια τούρτας λοιπόν και οι ΑΒΒΑ το κερασάκι. Στα νέα πρόσωπα προσθέστε τη Σερ που «παίρνει» την ταινία ως γιαγιά της Σέιφριντ (άρα… μάνα της Στριπ!!). Οταν τραγουδάει το «Fernando» στον παλιό της έρωτα (Αντι Γκαρσία), που κατά διαβολική σύμπτωση βρίσκεται στο ίδιο νησί, βουρκώνεις. Εδώ που τα λέμε βέβαια οι διαβολικές συμπτώσεις είναι πολλές, αλλά τι να κάνουμε; Αυτό δεν συμβαίνει στα παραμύθια;
«Το βιβλιοπωλείο της κυρίας Γκριν» (The bookshop).
Σκηνοθεσία: Ιζαμπέλ Κοϊξέ.
Ηθοποιοί: Εμιλι Μόρτιμερ, Πατρίσια Κλάρκσον, Μπιλ Νάι κ.ά. Αγγλία, 2018, Εγχρωμη.
Γυναίκα σε πρώτο πλάνο και στην ταινία της Ισπανίδας Κοϊξέ. Η Εμιλι Μόρτιμερ, άψογη στον ρόλο της αποφασιστικής χήρας, εναποθέτει ό,τι έχει και δεν έχει στο άνοιγμα ενός βιβλιοπωλείου σε κάποιο παραλιακό, απομακρυσμένο χωριό της βρετανικής επαρχίας, στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Το εγχείρημα προϋποθέτει ρίσκο, η κοινωνία δεν ξέρει τι θα πει διάβασμα, δεν είναι ακόμη έτοιμη, πόσω μάλλον για «κολασμένα» βιβλία όπως η «Λολίτα» του Ναμπόκοφ ή το «Φαρενάιτ 451» του Μπράντμπερι. Ο μόνος πιστός ακόλουθος των επιλογών της κυρίας Γκριν, το ανοιχτό μυαλό σε ένα κουρασμένο σώμα, είναι ένας ηλικιωμένος κύριος, ο Μπιλ Νάι. Κλεισμένος διαρκώς σπίτι του, δεν μιλάει σε κανέναν, αλλά είναι εκείνος που αναζητεί με όρεξη το καινούργιο λογοτεχνικό επίτευγμα, εκείνος που θα βάλει πλάτη για να προστατέψει την αθώα βιβλιοπώλισσα όταν τα κοράκια της περιοχής πάνε να τη «φάνε».  Σύντομη η βιτριολική παρουσία της υπέροχης Πατρίσια Κλάρκσον στον ρόλο της αρχόντισσας της περιοχής που μισεί την επίμονη αθωότητα της κυρίας Γκριν. Η Κοϊξέ ελέγχει το θέμα της – παρμένο από τις σελίδες του μπεστ σέλερ της Πενέλοπε Φιτζέραλντ – αλλά και αυτό που προασπίζει, το «μήνυμα» όπως το λέμε. Η κυρία Γκριν είναι ο φορέας της ελπίδας και της ελευθερίας γιατί αυτό σημαίνει διαβάζω, σημαίνει έχω άποψη, ότι είμαι ελεύθερος.  Περιστοιχισμένη από κακόβουλα, μικρόψυχα ανθρωπάκια, η κυρία Γκριν δίνει μια μάχη που ενδεχομένως ξέρει ότι θα χάσει αλλά δεν πειράζει, κάποιοι στο μέλλον θα την κερδίσουν.

Προσέξτε επίσης

«Ο 20ός μου αιώνας» («Az én XX. szazadom»)
Oυγγρική ταινία του 1989, προβάλλεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Η Ιλντικο Ενιέντι (έγινε γνωστή μόλις προσφάτως στην Ελλάδα χάρη στην επιτυχία της «Η ψυχή και το σώμα» – υποψηφιότητα για Οσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας) είναι σκηνοθέτρια βαθιάς ευαισθησίας και τη διαχέει στην ιστορία δυο γυναικών, δίδυμων αδελφών (Ντορότα Σέγκντα) που διατρέχουν την Ευρώπη στο πρώτο μισό του περασμένου αιώνα. Οσο οι κοπέλες μοιάζουν, τόσο οι δρόμοι που έχουν χαράξει διαφέρουν· η μία παριστάνει την αριστοκράτισσα, η άλλη είναι αναρχική. Γεμάτη αναφορές σε πρόσωπα και γεγονότα της Ιστορίας, η πλούσια σε ιδέες και φαντασία διαδρομή τους διαμορφώνει μια «μαγική» αλληγορία που συχνά θυμίζει βωβό σινεμά, καθότι στηρίζεται, κυρίως, στην αφήγηση με ασπρόμαυρες εικόνες.
«Μυστικό συστατικό» (Iscelitel).
Συμπαραγωγής Ελλάδας και Σκοπίων, μια συγκινητική όσο και κωμική ιστορία πάνω στη σχέση ενός μηχανικού τρένων και του καρκινοπαθούς πατέρα του (Μπλαγκόι Βεσελίνοφ, Αναστάς Τανόφσκι αντίστοιχα). O γιος βοηθά τον πατέρα να νιώσει καλύτερα με ένα κέικ από μαριχουάνα. Το εγχείρημα πετυχαίνει, αλλά τα πράγματα μπερδεύονται όταν το μυστικό παύει να είναι μυστικό. Χιούμορ, δράμα και πολιτική σάτιρα αναμειγνύονται σε ένα εύγεστο κοκτέιλ που πετυχαίνει τον στόχο του κριτικάροντας μια αδιέξοδη κοινωνία αναγκασμένη να στρέφεται σε κομπογιαννίτικες μεθόδους μπας και δει άσπρη μέρα.
Επανέκδοση

«Ο ταχυδρόμος – Il postino» (1994).
Η πολυαγαπημένη και στην Ελλάδα ταινία του Μάικλ Ράντφορντ, μια τρυφερή ματιά πάνω στη σχέση που δημιουργείται ανάμεσα σε έναν ιταλό ταχυδρόμο (Μάσιμο Τροίζι) και τον Πάμπλο Νερούδα (Φιλίπ Νουαρέ) την εποχή που δεύτερος ήταν πολιτικός εξόριστος στην Ιταλία. Η αγάπη του απλού ταχυδρόμου για την ποίηση βρίσκει αντίκρισμα όταν καλείται να μεταφέρει την αλληλογραφία του Νερούδα που θα γίνει ο μέντοράς του. Ακόμα και στον έρωτα. Συμπρωταγωνιστεί η πανέμορφη Μαρία Γκράτσια Κουτσινότα και να επισημανθεί ότι η ταινία διεκδίκησε πέντε Οσκαρ κερδίζοντας μόνο της μουσικής (Λουίς Μπακάλοφ). Λίγο μετά τα γυρίσματα ο Τροΐζι (επίσης υποψήφιος) άφησε την τελευταία πνοή του σε ηλικία μόλις 41 ετών.