Η σιωπή που καλύπτει την ελληνική πεδιάδα διακόπτεται από κουδουνίσματα προβάτων και από το γουργούρισμα ενός φούρνου σε λειτουργία.

Σε ένα από τα τελευταία εναπομείναντα χυτήρια καμπάνων στην Ελλάδα, στην Παραμυθιά (δυτικά), οι αδελφοί Γαλανόπουλοι εργάζονται πυρετωδώς για να φτιάξουν καμπάνες με προορισμό την Αιθιοπία και τη Ρουμανία, χύνοντας ζεστό λιωμένο μέταλλο σε καλούπια διαφόρων μεγεθών.

Η οικογενειακή επιχείρηση μετρά 215 χρόνια ζωής. Αυτές τις ημέρες, οι εξαγωγές την κρατάνε ζωντανή.

«Περισσότερο από το 50% της παραγωγής μας πηγαίνει στο εξωτερικό», λέει ο Θωμάς Γαλανόπουλος, 59 ετών, ο μεγαλύτερος από τα δύο αδέλφια, στεφανωμένος από τον καπνό που αναδύεται από τον λιωμένο χαλκό και τον κασσίτερο.

Στα καλύτερά του, το χυτήριο παρήγαγε 120 τόνους καμπάνες τον χρόνο που προορίζονταν για κωδωνοστάσια σε όλη την Ελλάδα, είπε. Τώρα, η παραγωγή έχει πέσει στους 50 τόνους και οι κυριότεροι πελάτες τους είναι εκκλησίες στα Βαλκάνια και στην Αφρική, ενώ υπάρχει ζήτηση και από το Ισραήλ, τον Λίβανο και την Αυστραλία.

Η Ελλάδα είναι μια χώρα γεμάτη εκκλησίες και εξωκλήσια ακόμη και στις πιο απομακρυσμένες γωνιές. Οταν όμως ήρθε η κρίση, η εσωτερική ζήτηση κατέρρευσε.

Η Εκκλησία περιέκοψε δαπάνες προκειμένου να ανταποκριθεί στο αυξανόμενο κόστος της παροχής γευμάτων και άλλης βοήθειας στους άστεγους και στους άνεργους. Η οικοδόμηση ή οι εργασίες αποκατάστασης εκκλησιών σταμάτησαν ως επί το πλείστον. Οι πιστοί μείωσαν τις ιδιωτικές συμβολές τους.

Η μεγαλύτερη καμπάνα των δύο αδελφών, βάρους 3,5 τόνων, βρίσκεται σε μια εκκλησία στη βόρεια Ελλάδα. Ομως οι μέρες αυτές είναι παρελθόν. Η ασταθής αγορά έκανε πολύ ακριβή κατά περιόδους την παραγωγή τους. Εξι άνθρωποι εργάζονται τώρα στο χυτήριο, από εννέα προηγουμένως.

Κι όμως, ο βόμβος του χυτηρίου σπάνια σταματά. Η τέχνη της κατασκευής, μια προσεκτική διαδικασία που απαιτεί ως επί το πλείστον χειρωνακτική εργασία, παραμένει εν πολλοίς αναλλοίωτη από τον 12ο αιώνα.

Ο Χρήστος Γαλανόπουλος, 55 ετών, επιθέτει φιγούρες και επιγραφές με το χέρι εκτυπώνοντας με stencil. Όταν δεν καλουπώνουν καμπάνες, συντονίζουν κουδούνια για πρόβατα πάνω σε μυλόπετρα.

Για τα δύο αδέλφια, το χυτήριο είναι έρωτα: «Θα πρέπει να είσαι τρελός για να κάνεις αυτή τη δουλειά. Δεν είναι για τον καθένα», λέει ο Θωμάς που ανέλαβε την επιχείρηση σε ηλικία μόλις λίγο πάνω από 12 ετών όταν ο πέθανε ξαφνικά ο πατέρας τους.

Ο Χρήστος, με το πουκάμισο μούσκεμα στον ιδρώτα από τη δουλειά στον φούρνο, χαμογελά: «Εδώ περνώ περισσότερο χρόνο απ’ ό,τι στο σπίτι. Ακόμα και τις Κυριακές.»

Η πρώτη του καμπάνα, που έφτιαξε πριν από 40 χρόνια, βρίσκεται σε μια εκκλησία της πόλης. Παλιές καμπάνες με εγχάρακτο το οικογενειακό όνομα, ορισμένες από τον 19ο αιώνα, στέκονται στην αυλή.

«Υπάρχει μια ηθική ικανοποίηση που προκύπτει όταν κάνεις κάτι που έκανε ο παππούς, ο προπάππος σου, ο προ-προπάππος σου», λέει ο Χρήστος.

«Είναι μια δουλειά που λατρεύω και δεν σκοπεύω ποτέ να εγκαταλείψω.»