Στην τελική ευθεία μπαίνουν οι διαδικασίες αποκρατικοποίησης για τα Ελληνικά Πετρέλαια, με το ΤΑΙΠΕΔ να ανακοινώνει και επισήμως τους δύο μνηστήρες.  Πρόκειται για την ολλανδική Vitol και την ελβετική Glencore, οι οποίες θα κληθούν να καταθέσουν δεσμευτικές προσφορές για την απόκτηση του 50,1% του ομίλου.
Οι δύο εταιρείες διακρίνονται στον πετρελαϊκό κλάδο για τις δραστηριότητες trading, εμπορίας προϊόντων και λιγότερο για την παραγωγή μέσω διύλισης καυσίμων.
Για την Glencore στις αρχές του μήνα είχε γίνει γνωστό, τόσο από την ίδια την εταιρεία όσο και από δημοσιεύματα ξένων μέσων ενημέρωσης, ότι της επιδόθηκε ένταλμα από το υπουργείο Δικαιοσύνης των Ηνωμένων Πολιτειών για την παροχή στοιχείων και πληροφοριών. Τα στοιχεία αυτά ζητήθηκαν για έρευνα που διεξάγει το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ αναφορικά με ενδεχόμενες παραβιάσεις της νομοθεσίας περί διαφθοράς και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες σε Νιγηρία, Κονγκό και Βενεζουέλα. Κύκλοι του ΤΑΙΠΕΔ, απαντώντας σε σχετικά ερωτήματα δημοσιογράφων, σχολίαζαν ότι έγκριτοι νομικοί διαπιστώνουν πως η κλήτευση της Glencore δεν επηρεάζει τον διαγωνισμό των ΕΛΠΕ και τη συμμετοχή της σε αυτόν. Επιπρόσθετα, οι όροι του διαγωνισμού του Ταμείου έχουν διασφαλίσει σε όλα τα στάδια διαδικασίες και παρεμβάσεις εφόσον συντρέξουν λόγοι. Οι ίδιοι νομικοί κύκλοι σημειώνουν ότι επί του παρόντος το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ δεν έχει προχωρήσει σε ποινική δίωξη, ούτε έχει απαγγείλει κάποια κατηγορία κατά της Glencore ή στελεχών της. Η έρευνα για την οποία έγινε η κλήτευση μπορεί να διαρκέσει χρόνια και δεν είναι βέβαιο ότι θα καταλήξει σε απαγγελία κατηγοριών.  Η ολλανδική Vitol έχει έσοδα πωλήσεων 181 δισ. δολαρίων, διαθέτει έξι διυλιστήρια και  καθημερινά εμπορεύεται 7 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και άλλων προϊόντων για λογαριασμό κρατικών εταιρειών διύλισης, βιομηχανικών, χημικών αλλά και αεροπορικών εταιρειών.  Μετρά 6.500 θαλάσσιες μεταφορές ετησίως, ενώ 250 δεξαμενόπλά της είναι στη διάθεσή της οποιαδήποτε στιγμή. Η ελβετική Glencore παρουσιάζει πολυσχιδή δραστηριότητα στην ενέργεια, στα ορυκτά και στα μέταλλα. Ιδρύθηκε το 1974 και παράγει και εμπορεύεται περισσότερα από 90 commodities. Στα εμπορεύματα αυτά περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων το κάρβουνο, το φυσικό αέριο, αγροτικά προϊόντα (βαμβάκι, ζάχαρη, ηλιέλαιο κ.λπ.) αλλά και η εμπορία πετρελαϊκών προϊόντων.  Στα 6 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου υπολογίζονται οι καθημερινές συναλλαγές της. Τα προσαρμοσμένα EBITDA του κολοσσού ήταν το 2017 στα 14,8 δισ. δολάρια, διαθέτει 150 assets και 146.000 εργαζομένους και εργολάβους σε 50 χώρες παγκοσμίως.