Πολιτική και Δικαιοσύνη στη Γερμανία ερίζουν σε υψηλούς τόνους: αφορμή η απέλαση στην Τυνησία του ισλαμιστή Σάμι Α., σωματοφύλακα του αρχηγού της Αλ Κάιντα, Μπιν Λάντεν. Η υπόθεση αυτή επιβαρύνει ιδιαίτερα τον υπουργό Εσωτερικών Χορστ Ζεεχόφερ.
Ο Σάμι Α. είναι από την περασμένη Παρασκευή κρατούμενος στην Τυνησία. Χθες έδωσε τη δική του εκδοχή απαντώντας σε ερωτήσεις της γερμανικής εφημερίδας «Μπιλντ» μέσω του τυνήσιου δικηγόρου του για τις συνθήκες της απέλασής του από τη Γερμανία: «Στις τρεις το πρωί ήρθαν απλά και με πήραν. Είπα στην αστυνομία: «Δεν γίνεται έτσι, το δικαστήριο έχει απαγορεύσει την έκδοσή μου». Αλλά αυτοί είπαν ότι η εντολή έρχεται από πολύ ψηλά και δεν μπορώ να κάνω τίποτα». Οι αστυνομικοί τού αρνήθηκαν επίσης να επικοινωνήσει με τον δικηγόρο του.
Δεδομένο είναι ότι άνδρες της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας τον οδήγησαν στο αεροδρόμιο του Ντύσελντορφ και στις 06.45 το αεροπλάνο απογειώθηκε για την Τυνησία. Μία ώρα και ένα τέταρτο αργότερα, το δικαστήριο κοινοποίησε την απόφαση ακύρωσης της απέλασης στη δικηγόρο του Σάμι Α., την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Μετανάστευσης και Προσφύγων και τη Διεύθυνση Αλλοδαπών.
Οι άνδρες της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας που συνόδευαν τον Σάμι Α., ωστόσο, τον παρέδωσαν στις Αρχές της Τυνησίας και επέστρεψαν αμέσως στη Γερμανία. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, γερμανικό δικαστήριο ζήτησε την επιστροφή του Σάμι Α. στη Γερμανία. Αλλά μέχρι σήμερα ο σωματοφύλακας του Μπιν Λάντεν – που θέλει επίσης να γυρίσει στη Γερμανία – παραμένει κρατούμενος στην Τυνησία, μολονότι γερμανικό δικαστήριο έκρινε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις απέλασής του, επειδή η Τυνησία δεν είχε δώσει ακόμη τη διπλωματική διαβεβαίωση ότι δεν κινδυνεύει από βασανιστήρια. Και το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν γνώριζαν την απόφαση και αν παρενέβησαν στην απέλαση του Σάμι Α. ο ομοσπονδιακός υπουργός Εσωτερικών Χορστ Ζεεχόφερ και η αρμόδια πολιτική ηγεσία του κρατιδίου της Βόρειας Ρηνανίας – Βεστφαλίας που ήταν υπεύθυνη για τη λήψη των αποφάσεων απέλασης.
Ο Τυνήσιος Σάμι Α., που ήρθε το 1997 ως φοιτητής στη Γερμανία, πέρασε το 1999 από στρατόπεδο εκπαίδευσης της Αλ Κάιντα, όπου εντάχθηκε και στους σωματοφύλακες του Οσάμα μπιν Λάντεν. Ο ίδιος το αρνείται, ισχυρίζεται ότι στο Πακιστάν είχε μόνο θρησκευτική εκπαίδευση. Επιστρέφοντας στη Γερμανία έγινε ιεροκήρυκας των σαλαφιστών. Οι γερμανικές Αρχές τον κατέταξαν στους «επικίνδυνους», αρνήθηκαν να του χορηγήσουν άσυλο. Παρέμεινε όμως στη Γερμανία επειδή στο μεταξύ η σύζυγός του έχει γερμανική υπηκοότητα, όπως και τα δύο παιδιά του. Η δίωξή του από την Ομοσπονδιακή Εισαγγελία μπήκε στο αρχείο το 2007 λόγω έλλειψης τεκμηρίων. Για σχεδόν 12 χρόνια οι γερμανικές Αρχές προσπαθούν να τον εκδώσουν στην Τυνησία. Ανεπιτυχώς, αρχικά λόγω των ταραχών στην Τυνησία της Αραβικής Ανοιξης και στη συνέχεια με το επιχείρημα ότι στην Τυνησία απειλείται με βασανιστήρια. Πριν από έναν μήνα όμως η κυβέρνηση της Βόρειας Ρηνανίας – Βεστφαλίας ζήτησε από την Ομοσπονδιακή Αστυνομία να οργανώσει την απέλασή του. Οπως τελικά κι έγινε, παρά την αντίθετη απόφαση του δικαστηρίου.

Ο δεύτερος πονοκέφαλος
Ο Σάμι Α. δεν είναι ο μόνος πονοκέφαλος για τον υπουργό Εσωτερικών. Ο πρόεδρος της Μπούντεσταγκ Βόλφγκανγκ Σόιμπλε έδωσε εντολή να ερευνηθεί εάν ο Ζεεχόφερ χρησιμοποίησε τις υπηρεσίες τού υπουργείου του για προεκλογικούς σκοπούς τού κόμματός του, της Χριστιανοκοινωνικής Ενωσης της Βαυαρίας, καθώς παρουσίασε το πολύκροτο Σχέδιο για το Ασυλο και τους Πρόσφυγες πρώτα στο CSU και αργότερα στην κυβέρνηση. Στο μεταξύ, υπέρ της παραίτησης του Ζεεχόφερ τάσσεται η πλειονότητα των Γερμανών.