Ποτέ δεν κατάλαβα όσους υποτιμούν το ποδόσφαιρο. Οχι τόσο αυτούς που δεν βλέπουν, περί ορέξεως ουδείς λόγος, αλλά αυτούς που το υποβιβάζουν με εξυπνάδες τύπου «άντρες με σορτσάκια που τρέχουν πίσω από ένα τόπι» ή που θεωρούν τους οπαδούς εξ ορισμού ανεγκέφαλα όντα. Υπάρχει μια δόση αντικοινωνικότητας στη στάση αυτή. Αν είναι μια παραδεδεγμένη συνειδητή αντικοινωνικότητα, ΟΚ, καταλαβαίνω, εξάλλου άλλοι ονειρεύονται να ζήσουν απομονωμένοι στη φύση, να τρώνε ρίζες και να μην έχουν ηλεκτρισμό και Ιντερνετ. Θέλω να πω, υπάρχουν και χειρότερα.
Ο μέσος άνθρωπος που απαξιώνει το ποδόσφαιρο ως κοινωνικό φαινόμενο είναι συνήθως λιγάκι σνομπ. Το θεωρεί μέρος της κατάπτυστης ποπ κουλτούρας της πλέμπας, της ομοιογένειας, του τρίπτυχου φανέλα – τσαντάκι μέσης – παπάκι, της περιπτερόμπιρας και της πίτσας με γκούντα, ζαμπόν ωμοπλάτη και μανιτάρι κονσέρβα από αλυσίδα ντελίβερι. Ο οπαδός βρίζει, φωνάζει, χτυπιέται, είναι φανατικός, επιρρεπής στη βία και τη λούμπεν παραβατικότητα.
Ο μέσος άνθρωπος που απαξιώνει το ποδόσφαιρο συχνά είναι κυνικός. Δεν μπορεί να συλλάβει την ιδέα του οπαδού που μπορεί να αγαπάει μια ομάδα ως ιδέα χωρίς ανταμοιβή αλλά με κόστος, σε χρόνο και χρήμα, χωρίς να τον πτοούν οι ήττες. Η εικόνα του «κλωτσάει», βρωμάει σαν το σκόρδο στους καλικάντζαρους, το λαϊκό ξέσπασμα χαράς στους δρόμους, οι άγνωστοι που αγκαλιάζονται δακρυσμένοι για την απόλυτη ασημαντότητα ενός γκολ.
Ο μέσος άνθρωπος που απαξιώνει το ποδόσφαιρο συχνά είναι γυναίκα. Την ενοχλεί η πατριαρχία, ο σεξισμός και τα συνθήματα που στοχεύουν μαμάδες και συντρόφους. Φίλες κι αδελφές μου, έχετε δίκιο, δεν φαντάζεστε πόσο. Σας το λέω εγώ που έχω ντραπεί βλέποντας τα μούτρα του Καρεμπέ όταν φώναζαν τα απωθημένα τους για την κουκλάρα γυναίκα του κάτι κακομούτσουνοι και που με έχουν στείλει να πλύνω πιάτα επειδή διαφώνησα για πέναλτι (και να κάνω και μερικά άλλα πράγματα που τα έγραψα αλλά τα σβήνω γιατί με διαβάζει κι ο μπαμπάς μου – γεια σου μπαμπά!). Το ποδόσφαιρο είναι σαν μεγεθυντικός φακός. Στο παιχνίδι και γύρω του βλέπεις όλα τα καλά και τα κακά της ανθρώπινης φύσης και δραστηριότητας σε συμπύκνωση και εστίαση.
Να το πω με παράδειγμα: έχω καταλάβει περισσότερα για έναν άνθρωπο από το ποιους παίκτες θαυμάζει πάρα από το ποιο κόμμα ψηφίζει. Είναι εύκολο να βρίσκεις καλό ποδόσφαιρο αυτό της Βραζιλίας και αυτό της Γερμανίας, είναι σπάνιο όμως να σε έλκουν εξίσου και τα δύο. Πρέπει να είσαι αρκετά κομπλεξικός για να μην παραδεχτείς ότι ο Νεϊμάρ και ο Γκριεζμάν είναι σημαντικοί παίκτες, αλλά το ποιον ξεχωρίζεις είναι θέμα χαρακτήρα.
Ενώ μοιάζει απλοϊκό, σαν το καλό και το κακό να ορίζεται με βασικούς κανόνες, η επιτυχία στο ποδόσφαιρο είναι πολυπαραγοντική υπόθεση. Ο προπονητής είναι σαν μαέστρος της σκακιέρας και η σχέση των μονάδων ως προς το σύνολό τους δεν είναι καθόλου προφανής. Υπάρχει ο παίκτης που θα κρατήσει την μπάλα λίγο παραπάνω, γιατί μπορεί, αντί να πασάρει στον ανοιχτό συνάδελφό του κι υπάρχει κι ο παίκτης που θα υποτάξει το ταλέντο στην ομάδα του. Υπάρχει η ομάδα που παίζει χαμηλά, που κινείται σε όλο το γήπεδο κι υπάρχει κι αυτή που συγκεντρώνεται κατευθείαν στον στόχο, στο τέρμα. Χαρακτήρες και τακτικές που συναντάς σε κάθε ανθρώπινο ανταγωνισμό.
Στις κερκίδες απλώνεται η κοινωνία. Η ταξική διαστρωμάτωση του γηπέδου σε αταξική έκσταση, διαφορετικές συμπεριφορές στα φτηνά πλαστικά καθίσματα και στις ακριβές πολυθρονάτες θέσεις (που διαλύουν προκαταλήψεις), τοπικά χαρακτηριστικά (αν δεν έχεις ακούσει ποντιακά και δεν έχεις φάει πανσετάκι στην Τούμπα δεν ξέρεις τι χάνεις), βλαμμένοι που βρίζοντας διαλαλούν τα άλυτα σεξουαλικά τους, αυτοί που τραγουδάνε ανώδυνες ρίμες αφοσίωσης, ρατσιστές, τζογαδόροι, ξερόλες και κουτσομπόληδες με αποκλειστικότητες («ο ξάδελφός μου έχει ένα τυροπιτάδικο που δίπλα είναι ένα προπατζίδικο που πάει ο θείος του Φορτούνη και του είπε ότι δεν θα παίξει με Πλατανιά» – μη γελάτε, έχω ακούσει και πιο αστεία).
Και βέβαια, σε κάθε Μουντιάλ αναδεικνύονται εθνικές αντιλήψεις και πολιτικές. Μετά τη νίκη της Γαλλίας την Κυριακή, ο Μακρόν επισκέφτηκε τα αποδυτήρια μαζί με έναν ανάπηρο επιλοχία πολέμου. Δίπλα του ο Παούλ Πογκμπά, περήφανος Γάλλος, πιστός μουσουλμάνος με γονείς από τη Γουινέα, στην Εθνική της οποίας παίζουν τα αδέλφια του, φώναξε χαμογελώντας «λα Ρεπουμπλίκ, λα Ρεπουμπλίκ!», όχι μεγαλειωδώς, σχεδόν τρυφερά. Ναι, είναι αφελές να σε συγκινεί η εικόνα αυτή ή να ξεχνάς τη στραβή σου μέρα στο γήπεδο. Είναι ρομαντικό να νομίζεις πως ο Εμπαπέ και ο Πογκμπά συνιστούν απόδειξη πως η Γαλλία είναι μια ανοιχτή πολυπολιτισμική κοινωνία ή πως η ενσωμάτωση σημαίνει ισότητα. Ναι, ο κόσμος είναι σκληρός, το θυμόμαστε. Αλλά ξέρετε κάτι; Δεν αντέχεται χωρίς ελπίδα και υπεραισιοδοξία και λίγη απροβλημάτιστη λαϊκή ξενοιασιά. Χωρίς  αφέλεια θα πεθάνουμε έναν μίζερο θάνατο. Αφήστε εμένα, μπορεί να είμαι μια μουρλοκακομοίρα Μπλανς Ντιμπουά από τα Ταμπούρια. Ρωτήστε αυτούς που ξέχασαν τα πολύ πραγματικά προβλήματά τους και βγήκαν στους δρόμους του Παρισιού για να πανηγυρίσουν τους ήρωες με τα μπλε χωρίς να δίνουν δεκάρα τσακιστή σε ποιον θεό πιστεύει ο καθένας τους. Δεν μπορεί να είναι όλοι ηλίθιοι.