Σε εξαιρετικά δύσκολη θέση βρίσκεται ο Ντόναλντ Τραμπ μετα το «Βατερλό» της συνάντησης με τον Βλαντιμίρ Πούτιν.
Οι κατηγορίες εναντίον του ακόμη και για εσχάτη προδοσία συγκλονίζουν την Αμερική.
Έξω από τον Λευκό Οίκο, ομάδα Αμερικανών που διαφωνεί με τη θέση του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν, είχε συγκεντρωθεί για να «φωνάξει» κατά του Αμερικανού προέδρου. Το έκανε με πλακάτ που τον αποκαλούσαν προδότη και ψεύτη και ζητούσαν την ανατροπή του
Είχαν προηγηθεί οι σκληρές δηλώσεις από γερουσιαστές και όχι μόνο.
Ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος προσπάθησε να… «μαζέψει» τα όσα είπε για τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες και την εμπλοκή της Ρωσίας στις αμερικανικές εκλογές του 2016. «Θεωρώ υπεύθυνες και τις δύο χώρες. Πιστεύω ότι οι ΗΠΑ υπήρξαν ανόητες. Όλοι μας ήμασταν ανόητοι», είπε κατά την κοινή συνέντευξη Τύπου με τον Βλαντιμίρ Πούτιν.
Αμέσως, επικρίθηκε για το γεγονός πως ουσιαστικά δεν πιστεύει τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες και το FBI αλλά πιστεύει τον Πούτιν. Ο Αμερικανός πρόεδρος «απάντησε» μέσω twitter. Και επί της ουσίας επανέλαβε ότι δεν εμπιστεύεται τις μυστικές υπηρεσίες των… προηγούμενων προέδρων αλλά μόνο εκείνες με τους ανθρώπους που ο ίδιος διόρισε.
Στο tweet του έκανε λόγο για τους ανθρώπους «μου», στους οποίους έχει μεγάλη εμπιστοσύνη… Έγραψε χαρακτηριστικά ο Ντόναλντ Τραμπ: «Έχω ΜΕΓΑΛΗ εμπιστοσύνη στους ανθρώπους ΜΟΥ των μυστικών υπηρεσιών. Ωστόσο, επίσης αναγνωρίζω ότι για να χτίσουμε ένα λαμπρότερο μέλλον, δεν μπορούμε να εστιάζουμε αποκλειστικά στο παρελθόν – καθώς οι δύο μεγαλύτερες πυρηνικές δυνάμεις του κόσμου, πρέπει να τα πηγαίνουν καλά».
Οι αντιδράσεις ωστόσο ήταν έντονες.
Ρεπουμπλικανοί και Δημοκρατικοί κατηγορούν τον Αμερικανό πρόεδρο για τη στάση που κράτησε ειδικά στο θέμα της ρωσικής εμπλοκής στις εκλογές των ΗΠΑ το 2016.

Ο πρώην διευθυντής της CIA Τζον Μπρέναν κατηγόρησε τον Ντόναλντ Τραμπ για «εσχάτη προδοσία».

Ο Αμερικανός πρόεδρος άφησε να εννοηθεί ότι δεν έχει κανέναν λόγο να πιστεύει τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών αλλά εμπιστεύεται τον Βλαντιμίρ Πούτιν όταν του δηλώνει ότι η χώρα του δεν αναμίχθηκε στις προεδρικές εκλογές του 2016. Αυτές οι δηλώσεις προκάλεσαν πολλές και έντονες αντιδράσεις, τόσο από το κόμμα του, όσο και από το στρατόπεδο των Δημοκρατικών.

O πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Πολ Ράιαν δήλωσε ότι δεν υπάρχει «καμία αμφιβολία» ότι η Μόσχα παρενέβη στις αμερικανικές εκλογές του 2016 και ότι ο Ντόναλντ Τραμπ «πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι η Ρωσία δεν είναι σύμμαχός μας». «Δεν υπάρχει καμία ηθική ισοδυναμία μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας, που παραμένει εχθρική ενάντια στις βασικότερες αξίες και ιδανικά μας. Οι ΗΠΑ πρέπει να επικεντρωθούν να κάνουν τη Ρωσία να λογοδοτήσει και να θέσουν ένα τέλος στις άθλιες επιθέσεις της ενάντια στη δημοκρατία», υπογράμμισε ο Ράιαν με ανακοίνωση.

Ο γερουσιαστής των Ρεπουμπλικάνων Μπομπ Κόρκερ, επικεφαλής της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων τόνισε ότι τα σχόλια Τραμπ κάνουν τις ΗΠΑ να φαίνονται ένα… παιχνιδάκι. «Όταν είχε την ευκαιρία να υπερασπιστεί τις υπηρεσίες πληροφοριών μας, οι οποίες εργάζονται για αυτόν, απογοητεύτηκα ιδιαίτερα και λυπήθηκα με τον ισοδύναμο τρόπο που αναφέρθηκε σε αυτές και σε όσα έλεγε ο Πούτιν. Τα σχόλια του προέδρου μας κάνουν να φαινόμαστε περισσότερο ως ένα έθνος παιχνιδάκι και είμαι πολύ απογοητευμένος από αυτό», δήλωσε στο CNN.

Από την πλευρά του ο Ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής Τζον Μακέιν χαρακτήρισε τη σημερινή συνάντηση Τραμπ-Πούτιν «ένα τραγικό σφάλμα» και ένα νέο χαμηλό για τις ΗΠΑ, κατηγορώντας τον Αμερικανό ηγέτη ότι απέτυχε να υπερασπιστεί τη χώρα του.

«Όχι μόνο ο πρόεδρος Τραμπ απέτυχε να πει την αλήθεια για έναν αντίπαλο, αλλά μιλώντας εκ μέρους της Αμερικής στον κόσμο, ο πρόεδρός μας απέτυχε να υπερασπιστεί ό,τι μας κάνει αυτό που είμαστε – μια δημοκρατία ελεύθερων ανθρώπων αφοσιωμένων στην υπηρέτηση της ελευθερίας στο εσωτερικό και στο εξωτερικό», ανέφερε.

Ο Ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκρέιαμ προειδοποίησε ότι η στάση του Τραμπ στέλνει μήνυμα «αδυναμίας» στη Μόσχα. «Χαμένη ευκαιρία από τον πρόεδρο Τραμπ» χαρακτήρισε ο Γκρέιαμ, με ανάρτησή του στο Twitter, το γεγονός ότι ο πρόεδρος δεν επέρριψε ευθύνες στη Ρωσία για την ανάμιξή της στις εκλογές του 2016 και δεν έστειλε μια «ισχυρή προειδοποίηση» προς τη Μόσχα για τη στάση της σε μελλοντικές εκλογικές διαδικασίες. «Αυτή η απάντηση από τον πρόεδρο Τραμπ θα θεωρηθεί από τη Ρωσία ως ένδειξη αδυναμίας και θα δημιουργήσει πολλά περισσότερα προβλήματα απ" όσα επιλύει», πρόσθεσε.

Ο Τζεφ Φλέικ, Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής από την Αριζόνα, γνωστός για την κριτική που ασκεί στον Τραμπ, χαρακτήρισε «επαίσχυντες» τις δηλώσεις που έκανε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στο Ελσίνκι.

«Ποτέ δεν πίστευα ότι κάποια μέρα θα έβλεπα τον Αμερικανό πρόεδρό μας να στέκει στο ίδιο βάθρο με τον Ρώσο πρόεδρο και να επιρρίπτει ευθύνες στις Ηνωμένες Πολιτείες για τη ρωσική επιθετικότητα. Αυτό είναι αισχρό» έγραψε ο Φλέικ στο Twitter.

Ο πρώην διευθυντής της CIA επί Μπαράκ Ομπάμα Τζον Μπρέναν έκανε ένα βήμα παραπέρα, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ο Τραμπ θα πρέπει να καθαιρεθεί από το αξίωμά του γιατί διέπραξε… προδοσία. «Η απόδοση του Ντόναλντ Τραμπ στη συνέντευξη Τύπου στο Ελσίνκι φτάνει και ξεπερνάει το κατώφλι της Παράβασης Καθήκοντος. Αγγίζει την προδοσία. Όχι μόνο ήταν ηλίθια τα σχόλιά του, αλλά τον έχει στο τσεπάκι του ο Πούτιν. Ρεπουμπλικανοί Πατριώτες: Πού είστε;» έγραψε ο Τζον Μπρέναν στο Twitter.

Πολλοί Δημοκρατικοί εξαπέλυσαν μύδρους εναντίον του Ντόναλντ Τραμπ.

«Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε την ευκαιρία να εναντιωθεί στον Πούτιν. Σήμερα, λιγότερες από 72 ώρες μετά την παραπομπή 12 νέων Ρώσων από το υπουργείο Δικαιοσύνης για την επίθεση στις εκλογές του 2016, κατηγορεί… τις δύο χώρες», σχολίασε η επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων Νάνσι Πελόζι.

Ακόμη πιο σκληρή ήταν η δήλωση του Δημοκρατικού βουλευτή Άνταμ Σιφ, που έγραψε στο Twitter: «Ο πρόεδρος Τραμπ μόλις επιτέθηκε στις υπηρεσίες πληροφοριών και τις υπηρεσίες επιβολής του νόμου επειδή έκαναν τη δουλειά τους, ενώ στεκόταν δίπλα σε έναν δικτάτορα που παρενέβη στις εκλογές μας για να βοηθήσει να εκλεγεί ο Τραμπ. Ο Πούτιν θα το εκλάβει ως πράσινο φως για να παρέμβει (στις εκλογές) το 2018».