Ηταν Μάρτιος του 2014. Και ήταν πολύ βενιζελικό για να μην είναι αληθινό: «Καλή επιτυχία» είχε πει «σε κάθε τηλεοπτική εκπομπή που φιλοδοξεί να μετασχηματισθεί σε πολιτικό κόμμα». Το ειρωνικό σχόλιο του Βαγγέλη Βενιζέλου είχε αποδέκτη τον Σταύρο Θεοδωράκη, ο οποίος είχε μόλις ανακοινώσει την ίδρυση του Ποταμιού. Αλλά, βενιζελικά μιλώντας πάντα, ο πειρασμός πρέπει να είναι πολύ μεγάλος: δεν θα επιθυμούσε σφόδρα ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ να ευχηθεί καλή επιτυχία σε κάθε πολιτικό κόμμα που φιλοδοξεί να μετασχηματισθεί σε τηλεοπτική εκπομπή; Δεν θα το έκανε ευχαρίστως με τον ίδιο ειρωνικό τόνο, την ίδια σκωπτική διάθεση, το ίδιο βιτριολικό ύφος;
Ο αποδέκτης αυτή τη φορά δεν θα ήταν ο Θεοδωράκης. Θα ήταν η Φώφη Γεννηματά και το Κίνημα Αλλαγής. Ενα κόμμα που δεν σήκωσε τον πρωταγωνιστή πρώην τηλεοπτικό Θεοδωράκη, αλλά τώρα ψαρεύει από το τηλεοπτικό λυκόφως. Από εκεί όπου παρεπιδημούσε ο Χαρδαβέλλας και σχολίαζε ως τηλεπερσόνα του γραπτού λόγου η Ντέπυ Γκολεμά.
Χαρδαβελλικά μιλώντας, η Γεννηματά μοιάζει να διέβη τις πύλες του ανεξήγητου. Στις εκπομπές του Χαρδαβέλλα έχει παρελάσει σύμπας ο ανορθολογισμός. Τι δουλειά έχει το Κίνημα Αλλαγής στο τηλεοπτικό του πλατό; Και τι μπορεί να του προσφέρει μια τηλεκριτικός που την εποχή της κρίσης ξεσπάθωνε πολιτικά και πάλι με το ύφος και την αυτοπεποίθηση πανελίστριας μεσημεριανής εκπομπής που έχει «άποψη» και άμα χρειαστεί «τα λέει» χύμα και τσουβαλάτα; Τι του προσφέρουν εκτός από την (πολύ) τηλεοπτική αισθητική τους;
Τα ανεξήγητα της ζωής δεν εξηγούνται μεταφυσικά όπως στις εκπομπές του Χαρδαβέλλα. Πολύ περισσότερο στην πολιτική. Η εξήγηση που θα μπορούσε να δοθεί είναι ότι κανένας δεν μπορεί να εκφράσει καλύτερα το κίνημα του πασοκικού επαναπατρισμού από μια τηλεπερσόνα που απευθύνεται στους ψηφοφόρους ως ψηφοφόρος και όχι ως πολιτικός. Και θα έλεγε ακόμη ότι κανένας δεν μπορεί να πείσει περισσότερο από ένα παιδί του σαν τον Χαρδαβέλλα πως το ΠΑΣΟΚ, το παλιό ΠΑΣΟΚ που φιλοδοξεί να αναστήσει η Γεννηματά, είναι ακόμη εδώ ενωμένο δυνατό.  
Η ερμηνεία είναι κάπως τραβηγμένη – «διασταλτική» στην καθαρή βενιζελική. Ο Χαρδαβέλλας και η Γκολεμά είναι η πασοκική εκδοχή τού «δεν περισσεύει κανείς», οι κράχτες που θα θυμίσουν στους πασόκους του ΣΥΡΙΖΑ ότι η πολιτική τους γη είναι αλλού, υπάρχει ακόμη και τους περιμένει πίσω. Αλλά δεν είναι μια επιλογή χωρίς ρίσκο. Αν μάλιστα το Κίνημα Αλλαγής μοιάζει στα μάτια πολλών ψηφοφόρων του, των ψηφοφόρων του ορθολογικού Κέντρου, σαν να εγκατάλειψε τον πολιτικό στίβο για να λάμψει στα τηλεοπτικό πλατό, τότε το ρίσκο είναι πράγματι ανεξήγητο. Αλλά σε μια τέτοια περίπτωση ο Βενιζέλος δύσκολα θα αποφύγει τον πειρασμό.