Ο γάλλος ιστορικός Αλφρέντ Βαλ, που από μικρός έπαιζε καλή μπάλα, είχε πει κάποτε στον επιβλέποντα καθηγητή του ότι θεωρούσε το ποδόσφαιρο ένα σημαντικό κοινωνικό και πολιτικό φαινόμενο. Εκείνος τον είχε κοιτάξει με ένα συγκαταβατικό χαμόγελο, την εποχή εκείνη οι διανοούμενοι περιφρονούσαν το ποδόσφαιρο, το θεωρούσαν ένα θέαμα αποπροσανατολιστικό και αποβλακωτικό. Λίγες μέρες αργότερα, ο Βαλ τηλεφώνησε ένα βράδυ στον καθηγητή του γιατί χρειάστηκε κάτι. Απάντησε η γυναίκα του: «Σας τον δίνω, αλλά, ξέρετε, καλό είναι να μην τον παίρνετε όταν έχει αγώνα».
Αυτό συνέβη πριν από αρκετές δεκαετίες – ο Βαλ είναι σήμερα 80 ετών -, η αλήθεια όμως είναι ότι χρειάστηκε να έρθει η κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου από τους Bleus το 1998 για να καταλάβει επιτέλους η γαλλική διανόηση την απήχηση και τη δύναμη του ποδοσφαίρου. Κι ας ήταν γνωστή η αγάπη του Καμί για το άθλημα, κι ας είχε πάρει η Μαργκερίτ Ντιράς το 1987 συνέντευξη από τον Πλατινί για λογαριασμό της «Libération». Στην ιντελιγκέντσια άρεσε να παραφράζει τον Μαρξ: «Το ποδόσφαιρο είναι το όπιο του λαού».
Συναντά κανείς ακόμη αραιά και πού τέτοιες αναλύσεις. Απαντώντας στην πρόταση του συγγραφέα Μαρκ Πέριμαν να διδαχθεί η Αριστερά από τη λαϊκή κουλτούρα του ποδοσφαίρου, ο λέκτορας στο Royal Holloway University του Λονδίνου Ανδρέας Χατζηδάκης μας προειδοποιούσε τις προάλλες από τις στήλες του Open Democracy να μην υποτιμούμε τις τοξικές και διχαστικές συνέπειες της εμπορευματοποίησης του ποδοσφαίρου. Αλλά και όποιος στοιχειωδώς ενημερωμένος πολίτης έβλεπε την προηγούμενη εβδομάδα τον Πούτιν ή τον Μεντβέντεφ να χαριεντίζονται στις κερκίδες, δεν μπορούσε να μη σκεφτεί ότι η χώρα που φιλοξένησε αυτό το Μουντιάλ είναι η ίδια χώρα που σκοτώνει ή φυλακίζει ενοχλητικούς δημοσιογράφους, που προσάρτησε την Κριμαία, που παρενέβη στις αμερικανικές εκλογές – ή, όπως θα μαθαίναμε αργότερα, που ανέλαβε πρωτοβουλίες για να ματαιωθεί η προσέγγιση Αθήνας – Σκοπίων.
Ομως το ποδόσφαιρο τα προσπερνά όλα αυτά. Δεν τα σβήνει, απλώς στρέφει πρόσκαιρα αλλού τους προβολείς. Οχι μόνο σε χαρισματικούς παίκτες όπως ο Μόντριτς ή ο Κουρτουά. Αλλά και σε σύνολα όπως αυτό το υπέροχο «black, blanc, beur» (μαύρος, λευκός, Μαγρεμπίνος), η πολύχρωμη και πολυπολιτισμική Εθνική Γαλλίας δηλαδή, που διαψεύδει στην πράξη όλες τις αντιεπιστημονικές, ρατσιστικές, ηλίθιες εν τέλει θεωρίες, στις οποίες πίστεψε και εξακολουθεί να πιστεύει ένα σημαντικό μέρος του γαλλικού πληθυσμού. Οταν παίζει αυτή η ομάδα, δεν υπάρχουν μαύροι και λευκοί, αλλά αμυντικοί και επιτιθέμενοι, όλοι τους ήρωες μιας άκακης σάγκας, όπως έγραψε ο διευθυντής της «Libération». Οπως λέει κι ένα τραγούδι του Μορίς Σεβαλιέ, «Κι όλα αυτά / κάνουν εξαιρετικούς Γάλλους…». Απαλλάξτε μας πια από τις εμμονές σας με την ταυτότητα: να το μήνυμα αυτού του καταπληκτικού Μουντιάλ.