Δεν είναι τυχαίο ότι οι βασίλισσες της Ανατολής – που η εξουσία τους ασκούνταν μόνο εν κρυπτώ, πίσω από τα καφασωτά του χαρεμιού, που ο έξω κόσμος έπρεπε να τις αντιμετωπίζει σαν εύθραυστα λουλούδια – μεταφέρονταν όπως οι ασθενείς: σε φορεία. Οποιος έχει από φοβία ή από βλακώδη εστετισμό απαξιώσει να αποκτήσει δίπλωμα οδήγησης, έστω και για βέσπα, θα με καταλάβει.
Είμαι ακριβώς η περίπτωση. Στα εφηβικά μας χρόνια, τα αγόρια αδημονούσαν να πιάσουν τιμόνι για να κορνάρουν έξω από τα σπίτια των κοριτσιών, να κατεβαίνουν εκείνες με φριζαρισμένες μπούκλες, σακάκια με μεγάλες βάτες και ροζ γόβες – μόδα της δεκαετίας του 1980 -, να τις πηγαίνουν βόλτες ή κόντρες στην Παραλιακή. «Πώς να την πέσω στην Εβελίνα; Μου λείπουν χίλια κυβικά!» είχε όλος καημό αναφωνήσει ένας συμμαθητής μου ζαχαρώνοντας την ωραία της παρέας από την απόσταση του κακοπαθημένου οικογενειακού Τσικουετσέντο. Εγώ πάλι, βερνικωμένο κέρατο, το είχα βάλει πείσμα. «Θα βγάλω γκόμενα χωρίς δίπλωμα!» διακήρυσσα. Ετσι δεν πέρασα ούτε απέξω από σχολή οδηγών.
Στα 90s και στα 00s, το ταξί στην Αθήνα ήταν ακόμα αρκετά φτηνό και στην Κυψέλη, για να βρεις να παρκάρεις, έπρεπε να περιπλανιέσαι ατέρμονα. Τον κόρφο μου έφτυνα που δεν είχα αυτοκίνητο. Ενα βράδυ περίμενα σπίτι μια φίλη, είχε αργήσει, μου τηλεφώνησε από το κινητό, «τρία τέταρτα πηγαίνω πέρα – δώθε από την Αχαρνών μέχρι τα Τουρκοβούνια» μου ανακοίνωσε απηυδισμένη. «Ανοιξε ένα κρασί, φέρε και δυο ποτήρια και έλα να το πιούμε μες στο αμάξι!».
Επρεπε να πατήσω τα σαράντα και να ντρέπομαι πλέον να κάνω οτοστόπ στις διακοπές, για να καταλάβω την έλλειψη που ενίοτε βιώνεται σχεδόν σαν αναπηρία.
Διότι ναι μεν στην Αθήνα υπάρχει και μετρό και λεωφορεία. Φτάνεις – ακόμα καλύτερα – παντού στο κέντρο με τα πόδια. Στα νησιά όμως; Εάν δεν είσαι εκεί μηχανοκίνητος, χάνεις τις ειδυλλιακότερες παραλίες. Τις πιο μερακλίδικες ταβέρνες.
«Δυo – τρία χιλιόμετρα μετά τον Μαύρο Κάβο, στη μέση του πουθενά, ο μπαρμπα-Ανέστης και η γριά του ψήνουν το πιο τραγανό χταπόδι, σερβίρουν τη φρεσκότερη αχινοσαλάτα που "χετε δοκιμάσει στη ζωή σας!» σου λέει ο ξενοδόχος. «Δεν έχουμε αυτοκίνητο…». «Νοικιάστε μοτοσικλέτα ή γουρούνα!». «Δεν έχουμε δίπλωμα…». «Ούτε η κυρία σου;». «Ούτε…». Μας κοιτάζει αμφότερους με ανυπόκριτο οίκτο. Φαντάζεται για εμάς τα πιο εξωφρενικά, ότι πέσαμε κάποτε θύματα φρικτού τροχαίου και μας έμεινε ψυχικό τραύμα. Οτι ανήκουμε σε κάποια αίρεση, η οποία αναθεματίζει την τεχνολογία. Δεν το χωράει ο νους του πως δύο φυσιολογικοί άνθρωποι του 21ου αιώνα δεν ξέρουν να οδηγούν.
Μοναδική – από όσο γνωρίζω – εξαίρεση οι Σπέτσες. Στις Σπέτσες κυριαρχούν τα ποδήλατα. Αρκεί να ισορροπείς πάνω σε δύο ρόδες και το ορμητήριο του Ματρόζου και της Μπουμπουλίνας γίνεται δικό σου. Από την Ντάπια μέχρι το Παλιό Λιμάνι. Κι από την παραλία του Βρέλλου – όπου καμαρώνεις περδικομάνες με τους νεοσσούς τους να παρελαύνουν σύρριζα στον βράχο – έως την πίσω πλευρά, την εκτεθειμένη στους αέρηδες του Αιγαίου.
Στις Σπέτσες, ναι! Εκεί εσύ, ο ισόβιος επιβάτης, σαλτάρεις στη σέλα και γίνεσαι ως εκ θαύματος αυτοκινούμενος. Αυτεξούσιος. Προσπερνάς τους πεζούς αλλά και τις ιππήλατες άμαξες, κάνεις ορθοπεταλιά, χτυπάς γιορταστικά το κουδουνάκι σου, «γιούχου!» φωνάζεις όταν βγάζεις τον ανήφορο, το πρόσωπό σου – έστω και ιδρωμένο – λάμπει, σε πλημμυρίζει μια παιδιάστικη χαρά…
Δυσκολεύομαι να σας μεταδώσω τι αγαλλίαση γεννά μια κοινή – καθημερινή για τους περισσότερους – εμπειρία σε κάποιον που σπανίως τη γεύεται. «Αρον τον κράββατόν σου και περιπάτει!» φώναξε ο Ιησούς στον παράλυτο κι εκείνος, από τον ενθουσιασμό του, χόρεψε το πρώτο καν καν στην Ιστορία.
Στραγγίξαμε δυο καραφάκια τσίπουρο συνοδεία ψαρομεζέδων και είπαμε να επιστρέψουμε στο κρεβάτι. Τα ποδήλατα μας περίμεναν δεμένα στα κάγκελα της ταβέρνας. «Μήπως δεν πρέπει να οδηγήσουμε;». «Σιγά μη μας κάνουν αλκοτέστ. Το πολύ πολύ να καταλήξουμε μέσα στη θάλασσα, για νυχτερινό μπάνιο!» τη διαβεβαίωσα πλήρης ευθυμίας.
Ξεκλείδωσα την αλυσίδα και αποπειράθηκα να περάσω το πόδι μου πάνω από το οριζόντιο σίδερο, εκείνο που καθιστούσε το ποδήλατο «αντρικό». Το γόνατό μου – συνεπεία παλαιότερης ρήξης χιαστού – δεν υπάκουσε. Το έπιασα με τα δυο μου χέρια για να το κατευθύνω. Κι έχασα την ισορροπία μου.
Η στιγμή που το σώμα σου – το πρωταρχικό όχημά σου – μένει ακυβέρνητο και παραδίδεται στη βαρύτητα είναι αποκαλυπτική. Αποτελεί μια πρόγευση θανάτου. Η αδρεναλίνη σου εκτινάσσεται. Ομοίως και η εγκεφαλική σου λειτουργία. Η βαθύτερα χαραγμένη εντολή, να πιαστείς από κάπου, να φρενάρεις το γκρέμισμα, να ανακτήσεις τον – αυτονόητο δήθεν – έλεγχο του εαυτού σου, αναβοσβήνει μέσα σου και πυρακτώνεται. «Να σωθώ», σκέφτεσαι πανικόβλητος, «να σωθώ και τι στον κόσμο!».
Τότε ακριβώς επέδρασε εντός μου ο μάγος, όπως τον χαρακτηρίζει ο Καβάφης, ο μάγος – αλκοόλ. «Ας πέσω…» συμφιλιώθηκα με το πεπρωμένο μου. «Ας πέσει» πιο σωστά, λες και επρόκειτο για κάποιον άλλον. Αφέθηκα. Κι έσκασα σαν καρπούζι στα χαλίκια. Οχι απλώς δεν οδηγώ ούτε μηχανάκι. Αλλά είμαι και ο μοναδικός άνθρωπος από όσους ξέρω που έπαθε τροχαίο όντας σχεδόν ακίνητος.