Χωρίς αμφιβολία, με την ορκωμοσία του ο Ερντογάν κέρδισε τη μάχη των συμβολισμών απέναντι στον κεμαλισμό. Ως νεοεκλεγείς Πρόεδρος, πραγματοποίησε πορεία στους δρόμους της Αγκυρας χαιρετώντας κατά τα βασιλικά πρότυπα. Ορκίστηκε παρουσία μουφτή, με προσευχή στα αραβικά. Ακόμα, στη διάρκεια της ομιλίας του, επικαλέστηκε πολλές φορές τον Αλλάχ και ολοκλήρωσε με το θρησκευτικό επιφώνημα «αμήν». Ολα αυτά είναι ασύμβατα με την κοσμική κεμαλική παράδοση και σηματοδοτούν την απαρχή ενός νέου ιστορικού κύκλου στην Τουρκία, με έναν ηγέτη που χαίρει νωπής και ευρείας λαϊκής νομιμοποίησης.
Εδώ και καιρό έχω υποστηρίξει ότι χρειαζόμαστε επειγόντως νέα στρατηγική έναντι της γειτονικής χώρας. Τα δεδομένα μεταβάλλονται διαρκώς, γεγονός που υποχρεώνει την Αθήνα σε άμεση αναπροσαρμογή της πολιτικής της. Η νέα στρατηγική πρέπει να βασίζεται πρωτίστως στις διμερείς μας σχέσεις, χωρίς όμως να παραβλέπει την εταιρική σχέση Τουρκίας και Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Η επιδείνωση της κατάστασης της τουρκικής οικονομίας και η ραγδαία υποτίμηση της λίρας, προκαλούν πονοκέφαλο στην Αγκυρα. Η επιλογή της κυβέρνησης να τιθασεύσει τον πληθωρισμό μέσω της πρωτοφανούς τακτικής της μείωσης των επιτοκίων δανεισμού, έχει δημιουργήσει πολλά προβλήματα: ο δανεισμός των επιχειρήσεων διευρύνεται συνεχώς, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών κινείται κοντά στα 6 δισεκατομμύρια δολάρια και το 10ετές ομόλογο έχει απόδοση άνω του 4,4%. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι σχεδόν βέβαιο ότι η Τουρκία θα στραφεί ξανά προς την Ευρώπη, με την πρώτη ευκαιρία. Την τελευταία δεκαετία οι άμεσες ξένες επενδύσεις – προερχόμενες κυρίως από την ΕΕ – έχουν μειωθεί κατά 80%. Αυτό σημαίνει ότι η τουρκική οικονομία χρειάζεται επειγόντως εισροή κεφαλαίων για να στηριχθεί η εγχώρια επιχειρηματικότητα. Η μόνη ασφαλής πηγή τέτοιων κεφαλαίων είναι η Ευρώπη.
Κατά γενική παραδοχή, η ευρωπαϊκή προοπτική της γείτονος είναι για την ώρα νεκρή. Ομως, αυτό δεν σημαίνει ότι βρισκόμαστε ενώπιον ρήξης ανάμεσα στις δύο πλευρές. Η στενή ειδική σχέση θα παραμείνει σε ισχύ, με ορισμένες διαφοροποιήσεις στα χαρακτηριστικά της. Αλλωστε, τα εκατέρωθεν συμφέροντα ταυτίζονται σε πολλά πεδία, όπως στο Μεταναστευτικό και την καταπολέμηση της διεθνούς τρομοκρατίας. Ο Ερντογάν θα αξιοποιήσει την πολιτική κρίση που παρατηρείται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες λόγω του Προσφυγικού, για να διεκδικήσει περισσότερα κονδύλια και να λάβει την πολυπόθητη βίζα για τους τούρκους πολίτες. Ο μεσοπρόθεσμος στόχος του είναι να πετύχει μια νέα τελωνειακή συμφωνία που θα ορίζει την εταιρική σχέση με την Ευρώπη.
Η Ελλάδα είναι η κατεξοχήν χώρα που μπορεί να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στον επανακαθορισμό της σχέσης Ευρώπης – Τουρκίας. Επομένως, η στρατηγική μας απέναντι στην Αγκυρα θα μπορούσε να θεμελιωθεί στην αρχή ότι η Αθήνα αποτελεί γέφυρα επικοινωνίας. Η γεωγραφική και γεωπολιτική μας θέση επιτρέπει να γνωρίζουμε τους γείτονες καλύτερα από τον καθένα. Προς αυτή την κατεύθυνση, οφείλουμε να αναδείξουμε ότι η Τουρκία θα επανακαθορίσει τη σχέση με τη Δύση επιχειρώντας να αποκομίσει οφέλη, στη βάση του αυξημένου ειδικού της βάρους στην Ανατολική Μεσόγειο.
Τα ελληνοτουρκικά βρίσκονται επί του παρόντος χαμηλά στην ατζέντα του Ερντογάν. Εκείνο που τον απασχολεί περισσότερο, είναι οι ενεργειακές εξελίξεις στην κυπριακή ΑΟΖ. Αν επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις για τα κοιτάσματα, η Τουρκία θα βρεθεί αντιμέτωπη με ανατροπή των δεδομένων που διαμορφώθηκαν στο νησί μετά την εισβολή. Παράλληλα, θα χάσει τον επίδοξο τίτλο του ενεργειακού ρυθμιστή στην Ανατολική Μεσόγειο.
Για να υλοποιήσουμε τη στρατηγική του γεφυροποιού, χρειάζεται προηγουμένως η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης ανάμεσα στις δύο χώρες. Προς αυτή την κατεύθυνση, βασική προϋπόθεση είναι η άμεση απελευθέρωση των δύο ελλήνων στρατιωτικών που κρατούνται παράνομα στην Αδριανούπολη. Μια τέτοια χειρονομία θα δώσει την ευκαιρία σε Ελλάδα και Τουρκία να επανακαθορίσουν τις σχέσεις τους σε αξιόπιστο πλαίσιο. Είναι σαφές ότι η διατήρηση διαύλων επικοινωνίας είναι αναγκαία περισσότερο από ποτέ.