Είναι μια περίπτωση που μπορεί να τη δει κανείς πλέον σαν στεγαστικό πρόβλημα. Σαν μια από εκείνες τις ιστορίες όπου το κεντρικό πρόσωπο ταλαιπωρείται μέχρι επιτέλους να ριζώσει κάπου και το προσωπικό της δράμα να τελειώσει με ένα χαρούμενο τέλος: η ηρωίδα έχασε το σπίτι που είχε εξασφαλίσει χάρη στην επιδότηση του ενοικίου, αλλά να που η τύχη της χαμογέλασε ξανά – ή μάλλον της χαμογέλασε πλατύτερα: βρήκε ένα σπίτι μεγαλύτερο, όχι μόνο σε καλύτερη γειτονιά, αλλά και σε καλύτερη πόλη, ένα σπίτι που δεν θα χρειαστεί επιδότηση για να συμπληρώνει το ενοίκιο. Θα της καταβάλλεται ολόκληρο. Και η πληγή που άνοιξε με την αφαίρεση εκείνης του επιδότησης θα κλείσει με μια γενναία επιδότηση για τη μετακόμιση.
Θα ήταν ένα προσωπικό δράμα που θα ολοκληρωνόταν με έναν θρίαμβο για το κοινωνικό κράτος, για ένα κράτος που δεν αφήνει στη μοίρα τους τα πιο ευάλωτα από τα μέλη του. Θα ήταν εάν η ηρωίδα δεν είχε ανάγκη από καμία επιδότηση ενοικίου. Εάν μετά το «ηθικό ζήτημα» που, όπως είχε παραδεχθεί η ίδια σε συνέντευξή της, είχε ανακύψει με την επιδότηση του ενοικίου, δεν ξανασήκωνε πάλι την ίδια σκόνη με μια άλλη θέση αξιωματούχου, τη θέση του πρεσβευτή στον ΟΟΣΑ που έχει περισσότερο τιμητικό χαρακτήρα παρά ουσιαστικό ρόλο αλλά και πολλά προνόμια. Εάν η Ράνια Αντωνοπούλου αναζητούσε τη δικαίωση, ναι, και όχι κάτι που μοιάζει με βόλεμα πολυτελείας. Και εάν δεν έδινε την εντύπωση πως σε αυτόν τον έναν χρόνο που έμεινε εκτός κυβέρνησης παρέμεινε στο σύστημα εξουσίας με έναν και μόνο σκοπό: να εξασφαλίσει από τη χλιδή που της προσφέρει η προσωπική της περιουσιακή κατάσταση, μια χλιδή με επιδότηση.
Η Αντωνοπούλου φαίνεται να πιστεύει πως τα «ηθικά ζητήματα» έχουν ημερομηνία λήξεως. Πως η απώλεια του αξιώματος του υφυπουργού και η προσωπική και πολιτική έρημος που διέβη αυτόν τον χρόνο ήταν αρκετή τιμωρία. Ή πως έχει αρκετά ακαδημαϊκά προσόντα για να αποστρατευτεί κι ενώ το «ηθικό ζήτημα» θα έχει ξεχαστεί πια από θεούς και ανθρώπους, θα έχει εξαφανιστεί κάτω από άλλα «ηθικά ζητήματα» που έχουν ανακύψει από τότε. Παραδόξως, το ίδιο φαίνεται να πιστεύει εκείνο το σύστημα εξουσίας, ενδεχομένως ο ίδιος ο Πρωθυπουργός, που αισθάνεται την ανάγκη να αποκαταστήσει την Αντωνοπούλου περίπου όπως ένα συνδικαλιστικό όργανο ή μια επιτροπή δεοντολογίας αποκαθιστά κάποιον παραβάτη υπάλληλο – σαν ένα δικό της παιδί που μπορεί να αμάρτησε αλλά σε μια στιγμιαία αμαρτία να μην μπορεί παρά να αξίζει η αιώνια συγχώρεση.
Δεν άξιζε να συγχωρεθεί η Αντωνοπούλου; Θα μπορούσε να συγχωρεθεί ιδιωτεύοντας. Θα μπορούσε να συγχωρεθεί δοκιμάζοντας τις δυνάμεις της και τα προσόντα της στον ιδιωτικό στίβο. Αλλά εκείνη κυνήγησε τη συγχώρεση με επιδότηση.