Ο νεαρός άντρας, γύρω στα τριάντα, σε ένα καφέ της οδού Μηλιώνη, ενώ καθόταν, σηκώθηκε και άρχισε να κόβει βόλτες, μιλώντας στο κινητό σε έναν φίλο του, με την περιποιημένη εμφάνισή του και την ευγένεια των χαρακτηριστικών του να μην προδίδουν κάτι το προπετές, ότι δηλαδή τον ενδιέφερε να ακούγονται τα όσα έλεγε – ωστόσο ακουγόταν. «Ο Ρονάλντο δεν έχει πρόβλημα, το ξέρω πολύ καλά. Επέλεξε την καλύτερη λύση για τον ίδιο και επειδή είναι άνθρωπος πολύ προσεκτικός στις κινήσεις του, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι έπραξε το καλύτερο». Μιλούσε για τον διεθνή ποδοσφαιριστή Ρονάλντο με έναν τρόπο που έδειχνε, αν δεν είναι φίλοι, να τον έχει γνωρίσει πολύ καλά και ενδέχεται να είχαν καιρό να συναντηθούν, είχαν μιλήσει όμως πριν από λίγη ώρα στο τηλέφωνο και ο Ρονάλντο τού είχε εξηγήσει καταλεπτώς τις κινήσεις του. Κι επειδή βέβαια άνθρωπος είναι κανείς και μπαίνει στον πειρασμό να ελέγξει πόσοι, σε σχέση με όσους τον άκουγαν, έδειξαν να «τσιμπάνε», απαθέστατα συνέχιζαν να παραμένουν τα δεκατέσσερα ακριβώς άτομα που κάθονταν κατά μήκος του καφέ.
Εχουμε ακούσει ώς τώρα σε καφέ κεντρικών δρόμων, κυρίως γύρω από το ξενοδοχείο Μεγάλη Βρεταννία ή μέσα στα λεωφορεία που μεταφέρουν τους επιβάτες από τα κτίρια του αεροδρομίου στα αεροσκάφη, ανθρώπους να μιλάνε στο κινητό και να λένε τι τους εμπιστεύτηκε ένας υπουργός και τι τον συμβούλευσαν οι ίδιοι – ο υπουργός πάντα χωρίς όνομα – ή πόσο θέλησαν να προλάβουν μια ζημιά τεράστιας έκτασης – πάντα χωρίς όνομα η επιχείρηση -, αλλά δυστυχώς, αν και διευθυντικά στελέχη οι ίδιοι, δεν έγιναν εισακουστοί κι έτσι στάθηκε αδύνατο να αποφευχθεί το κακό. Ανεξάρτητα του τι ισχύει ή δεν ισχύει σε σχέση με όσα ακούς να λέγονται, δεν παύει να αναρωτιέται κανείς πόσο σοβαρούς κινδύνους εγκυμονεί ένας άνθρωπος που προτιμά, προκειμένου να κάνει εντύπωση χωρίς μάλιστα κανένα αντίκρισμα, να κατηγορηθεί ως γελοίος, έστω κι αν κανείς δεν θα του το πει καταπρόσωπο.