Οι τραμπούκοι της παιδικής ηλικίας μου με θεωρούσαν διαφορετική από αυτούς χωρίς να καταλάβω ποτέ, ακόμη και τώρα που είμαι ολόκληρη γαϊδάρα, πώς ακριβώς ήμουν, τελικά, διαφορετική από αυτούς – πέρα από το ότι φορούσα γυαλιά, δεν είχα σταθερό βάρος, αγχωνόμουν τρομερά κι έβρισκα ικανοποίηση στο να κάνω τα δικά μου, κάπως μόνη μου. Σιγά τη διαφορετικότητα δηλαδή. Θυμάμαι μια φορά που έπαιξα μια κακή (όχι βίαιη, αθώα, πάντως κακή) φάρσα σε μια συμμαθήτριά μου, με την ενθάρρυνση μιας άλλης, ότι ένιωσα «ασφαλής». Οτι «ανήκω». Οταν επέστρεψα σπίτι μου ένιωσα φοβερές ενοχές κι εκείνο τον πόνο στο στομάχι που με δίπλωνε στα δυο και δεν καταλάβαινα ακόμη, τότε, γιατί μου συμβαίνει.
Πέρυσι νομίζω διάβασα ότι γιατροί ερευνητές του Mount Sinai δημοσίευσαν μια έρευνά τους για το πώς λειτουργεί ο εγκέφαλος σε καταστάσεις κοινωνικής επιθετικότητας, στο bullying. Ξεκίνησαν βάζοντας ένα νεαρό ποντίκι μαζί με μια ομάδα ενηλίκων ποντικιών στον ίδιο χώρο για τρεις ώρες κάθε μέρα. Το 70% των ενηλίκων επιτέθηκαν, μόνα ή μαζί, με διάφορους τρόπους, στο νεότερο. Μετά άρχισαν να μελετάνε, πρώτα συμπεριφορικά, και μετά στον εγκέφαλο, τι συμβαίνει σε αυτό το 70% όταν γίνονται επιθετικά, εξουσιαστικά, πάνω στο νεότερο ποντίκι και διαπίστωσαν ενεργοποίηση του μηχανισμού της επιβράβευσης: η ομάδα των bullies ένιωθαν πως επιβραβεύονται με την υποταγή του νεότερου θύματος, λειτουργούσαν σαν ομάδα και, ταυτοχρόνως, επιβεβαίωσαν την εξουσία τους και στον χώρο συνύπαρξης. Το 30% των μη επιθετικών ενηλίκων από την άλλη άρχισαν να δείχνουν αποστροφή προς τον χώρο, παρότι ανήκαν στους αρχικούς ενοίκους του. Σταδιακά απλώς δεν ήθελαν να είναι εκεί. Οι νευρώνες του 70% έστελναν μηνύματα σε αλλά σημεία από αυτούς του 30%. Οταν οι ερευνητές επενέβησαν στον μηχανισμό αυτό είδαν το 70%, τα ποντίκια bullies, να εγκαταλείπουν σταδιακά την επιθετική συμπεριφορά. Το πείραμα αυτό έγινε ως συνέχεια των παρατηρήσεων που έχουν γίνει στους εγκεφάλους και τις συμπεριφορές παιδιών που κάνουν bullying από άλλες έρευνες, με τελικό σκοπό τον εντοπισμό αιτιών της επιθετικότητας και την εξέλιξη των θεραπειών.
Οταν μεγάλωσα κατάλαβα πως δεν είμαστε μόνο όσα ζήσαμε κι όσα μας έμαθαν κι ότι είμαστε μια μηχανή τόσο περίπλοκη που ανακαλύπτει τους τρόπους να μην καταδικαστεί στις ίδιες της τις αδυναμίες, εγγενείς ή επίκτητες, μελετώντας τες κλινικά, με καλώδια, σαν ποντίκια σε γυάλες.
(Για φαντάσου, πόσο χάλια να είσαι ποντίκι;)
Αν μπορούσα να μιλήσω στον 15χρονο που πήρε τη ζωή του επειδή ήταν θύμα bullying μάλλον δεν θα μπορούσα να του πω ψέματα πως όλα είναι θέμα ανατροφής ή πως θα πάρει ένα χαπάκι κι όλα θα πάνε καλά ή πως θα μεγαλώσει και θα γίνει πιο δυνατός και τρίχες κατσαρές. Τι να του πω στη χώρα της Γιαννούλας της κουλουρούς, του Βαγγέλη Γιακουμάκη που παραμένει χωρίς δικαίωση, του μικρού Aλεξ, του κοριτσιού στην Αμάρυνθο και των προσφυγόπουλων που έχουν δει γονείς – διαδηλωτές να τους ζητάνε να φύγουν από τα σχολεία μας, στη χώρα της τοξικής αρσενικότητας και του ρατσισμού στην τηλεόραση, στο Κοινοβούλιο, παντού.
Ξέρετε, είναι εύκολο κάπως να τα ανάγουμε όλα στην ανατροφή, όσο εύκολο είναι να ζητάμε, κάθε φορά που βρισκόμαστε μπροστά στο φαινόμενο του bullying, από το κράτος να παρέμβει δυναμικά. Κι ας συγκρούονται το ένα με το άλλο. Δεν βγάζουμε άκρη με το να τα περικλείουμε όλα στον υπερπροστατευμένο πυρήνα της Αγίας Ελληνικής Οικογένειας – μεγάλη η χάρη της – ενός παραδοσιακού θεσμού που αποδεικνύεται, με τραγικό τρόπο, πως δεν μπορεί να προστατεύσει πάντα.
Δεν είναι ότι δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε για το bullying. Είναι ότι δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε γενναία τις έννοιες της παιδικότητας και της οικογένειας και ότι ζητάμε από το κράτος να παρεμβαίνει (πώς;) σαν την αντανακλαστική αντίδραση του γονάτου στο σφυράκι, εμείς, η ίδια κοινωνία που δεν μπορεί να αποφασίσει αν τα παιδιά «ανήκουν» στους γονείς τους, στο κράτος, στον Κύριο ημών ή σε κανέναν τελικά.
Αναζητάμε, υποκριτικά, το κράτος για τα παιδιά των άλλων. Γιατί τα παιδιά που βασανίζονται και βασανίζουν είναι τα παιδιά «των άλλων» οικογενειών, θύματα της ανατροφής ή της βιολογίας ή και των δυο μαζί, αναλύσεις one size fits all, στη βάση παλιών φόβων και διλημμάτων, γεμάτοι βεβαιότητες. Και έτσι μπορούμε να τα παρακολουθούμε μοιρολατρικά, ντετερμινιστικά, ψάχνοντας ηθικές ευθύνες. Ολα αυτά για να ακκιζόμαστε ότι είμαστε οι «φυσιολογικοί». Οτι αυτά είναι, ναι, «των άλλων». Εμείς εκεί. Στις βεβαιότητες.
(Μέχρι τον επόμενο 15χρονο;)
Ποτέ δεν συγχώρεσα τους τραμπούκους της ζωής μου. Ισως να μην είμαι τόσο καλή χριστιανή. Ισως πάλι να είμαστε όλοι ατελείς, πολύπλοκοι κι αλλιώτικοι, με το ίδιο δικαίωμα στην ευτυχία.

Η δική μας ασφάλεια
Δεν είναι ότι δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε για το bullying, μη δουλευόμαστε άλλο, κλείνουμε τα θέματα βιαστικά μην τυχόν και πάει η κουβέντα στην ψυχική υγεία, μας πιάνει ντροπή και γράφουμε κάτι παχιές κουταμάρες περί γενναιότητας αν κάποιος πει ότι πάσχει από κατάθλιψη, αλλά αν αυτοκτονήσει τη βγάζουμε από το μανίκι και βάζουμε την αυτοχειρία σε κουτάκι, να την εξηγήσουμε για να νιώσουμε ασφαλείς.