Εξι στους δέκα εργοδότες στην Ελλάδα δυσκολεύονται να καλύψουν θέσεις εργασίας, σύμφωνα με τα ευρήματα της Ετήσιας Διεθνούς Ερευνας Ελλειψης Ταλέντου της ManpowerGroup για το 2018. Το ποσοστό αυτό (61%) αποτελεί το υψηλότερο ποσοστό που καταγράφεται στην Ελλάδα τα τελευταία 10 χρόνια διεξαγωγής της έρευνας στη χώρα μας, ενώ βρίσκεται 16 μονάδες πάνω από τον παγκόσμιο μέσο όρο (45%).  Η έλλειψη απαιτούμενης εμπειρίας (27%), τεχνικών δεξιοτήτων (25%), διαθέσιμων υποψηφίων (17%), η προσδοκία υψηλότερης αμοιβής σε σχέση με την προσφερόμενη (12%) και η έλλειψη προσωπικών δεξιοτήτων (7%) καταγράφονται ως οι κύριοι λόγοι δυσκολίας κάλυψης θέσεων εργασίας.  Οπως διαπιστώνει η ίδια έρευνα, για ένατη συνεχή χρονιά οι εργοδότες στην Ελλάδα αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη δυσκολία στην κάλυψη θέσεων στον τομέα των επαγγελματιών πωλητών, ενώ ακολουθεί η ειδικότητα των τεχνικών, η οποία βρισκόταν στην 6η θέση της κατάταξης το 2016. Την 3η θέση καταλαμβάνουν οι εξειδικευμένοι τεχνίτες, ειδικότητα που βρισκόταν στην 3η θέση της κατάταξης το 2016. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ειδικότητα των επαγγελματιών υγείας καθώς και οι εξειδικευμένοι υπάλληλοι γραφείου εισέρχονται για πρώτη φορά στη λίστα των 10 θέσεων εργασίας με τη μεγαλύτερη δυσκολία κάλυψης στην Ελλάδα. Συγκριτικά με τη λίστα των 10 θέσεων του 2016, εκτός κατάταξης βρίσκεται η ειδικότητα που αφορά το προσωπικό για τον χώρο εστίασης και ξενοδοχείων, καταλαμβάνοντας την 8η θέση για το 2016.
 Σύμφωνα με το 64% των εργοδοτών στην Ελλάδα, η σημαντικότερη στρατηγική αντιμετώπισης της έλλειψης ταλέντου είναι η παροχή επιπρόσθετης εκπαίδευσης και ανάπτυξης στο υπάρχον προσωπικό. Αυτή η προσέγγιση εμφανίζεται πρώτη στη σειρά των στρατηγικών και σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς το 53% των εργοδοτών αναζητεί τρόπους ανάπτυξης των δεξιοτήτων του υπάρχοντος εργατικού δυναμικού. Δεύτερη στρατηγική για το 49% των ελλήνων εργοδοτών είναι η προσαρμογή των απαιτήσεων των ρόλων στην επαγγελματική εκπαίδευση και εμπειρία των υποψηφίων, ενώ τρίτη σε σειρά, με ποσοστό 33%, αποτελεί η ανεύρεση εναλλακτικών μοντέλων εργασίας.
 Εξάλλου, σημάδια ανάσχεσης του brain drain βλέπει σε άλλη έρευνα η Adecco. Οπως τονίζεται στην έρευνα, εμφανίζει πτωτική πορεία η τάση αναζήτησης εργασίας στο εξωτερικό, αν και ακόμα σημαντικός αριθμός υποψηφίων εξετάζει την πιθανότητα αναζήτησης ευκαιριών εκτός Ελλάδας. Συγκεκριμένα, το ποσοστό των υποψηφίων που εξετάζουν το ενδεχόμενο εργασίας στο εξωτερικό ανέρχεται στο 22%, ενώ το 2017 το αντίστοιχο ποσοστό άγγιζε το 33%.
ΕΚΤΟΣ ΑΓΟΡΑΣ. Βασικό εύρημα της ίδιας έρευνας αποτελεί η διαχρονικά αυξητική τάση του ποσοστού των απασχολουμένων που έχουν βρεθεί εκτός αγοράς τουλάχιστον μία φορά στην επαγγελματική τους ζωή. Το ασταθές περιβάλλον ευνοεί τόσο την κινητικότητα των στελεχών εντός αγοράς όσο και την πιθανότητα να βρεθούν εκτός αγοράς εργασίας για κάποιο διάστημα. Συγκεκριμένα, το 64% των ερωτώμενων, που αυτή τη στιγμή εργάζονται, δήλωσε ότι έχει βρεθεί εκτός αγοράς εργασίας τουλάχιστον μία φορά σε σύγκριση με το 58% που δήλωνε το ίδιο το 2017. Οι περισσότεροι από αυτούς (32%) ανέφεραν ότι χρειάστηκαν διάστημα μικρότερο των 6 μηνών για να επανατοποθετηθούν στην αγορά, ενώ το 15% των συμμετεχόντων στην έρευνα χρειάστηκε 6-11 μήνες. Σε αρκετές περιπτώσεις, η επανένταξη στην αγορά εργασίας καθυστερεί. Η διατήρηση επαφής των υποψηφίων με την αγορά καθώς και οι στοχευμένες ενέργειες αναζήτησης αποτελούν τα κλειδιά για τη μείωση του χρόνου αναμονής. Οσο περισσότερο παραμένουν εκτός αγοράς εργασίας τόσο αυξάνεται η δυσκολία επανένταξης. Βλέπουμε πως οι απασχολούμενοι δήλωσαν σε ποσοστό 49% πως ξαναβρήκαν εργασία μέσα σε διάστημα 6 μηνών.