«Είμαστε εδώ και είμαστε μαζί» – με αυτό το μήνυμα ενότητας της παράταξης προσέρχεται σήμερα το απόγευμα στην Εκτελεστική Γραμματεία του Κινήματος Αλλαγής η Φώφη Γεννηματά. Το όργανο συγκαλείται για πρώτη φορά μετά την αποχώρηση του Ποταμιού, ωστόσο δεν αναμένονται ακόμη αντικαταστάσεις των μελών που αποχώρησαν. Στη συνεδρίαση, που θα λάβει χώρα στα γραφεία της ΔΗΜΑΡ, θα γίνει απολογισμός της προηγούμενης περιόδου, αλλά και σχεδιασμός της επόμενης: η ολοκλήρωση της προετοιμασίας για τα ψηφοδέλτια (ο γραμματέας Μανώλης Χριστοδουλάκης θα ενημερώσει σχετικά), ο εορτασμός της 3ης Σεπτέμβρη, καθώς και η παρουσία της Γεννηματά στη ΔΕΘ, όπου θα παρουσιάσει το πλήρες πρόγραμμα του Κινήματος Αλλαγής, αποτελούν τους κύριους σταθμούς μέχρι το φθινόπωρο. Μέχρι τότε, στο Κίνημα Αλλαγής διαψεύδουν τα σενάρια που κάνουν λόγο για «πασοκοποίηση». Αντίθετα, από εδώ και πέρα αποσκοπούν στην εμβάθυνση του εγχειρήματος, εξετάζοντας πώς κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει σαφές και διαδικαστικά.
ΤΡΙΤΟΣ ΠΟΛΟΣ ΛΟΓΙΚΗΣ. Πολιτικά, η στρατηγική για αυτόνομη πορεία έχει ήδη χαραχθεί. Η απόφαση της Γεννηματά να μη δευτερολογήσει στην πρόσφατη συνεδρίαση της Βουλής είναι ενδεικτική της στάσης που θα κρατήσει. Βλέποντας τη ροή και το επίπεδο της αντιπαράθεσης ανάμεσα στον Πρωθυπουργό και στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η Γεννηματά αποφάσισε να απέχει. Το αμέσως επόμενο διάστημα φιλοδοξεί να δημιουργήσει έναν «τρίτο πόλο λογικής». Στη Χαριλάου Τρικούπη εκτιμούν ότι από εδώ και πέρα η σκανδαλολογία θα έχει τον πρώτο λόγο στην πολιτική ζωή και δεν είναι διατεθειμένοι να συμμετέχουν. «Οταν η αδιαφάνεια και η διαφθορά χρησιμοποιούνται ως προσχήματα για τη σπίλωση και ηθική εξόντωση των πολιτικών αντιπάλων, τότε το «φάρμακο» γίνεται πιο επικίνδυνο από την αρρώστια», ανέφερε η Γεννηματά («Εθνος»).
Την ίδια στάση, ενάντια στην πόλωση, φιλοδοξεί να τηρήσει και για το Σκοπιανό. Δίνοντας βάρος στη Βόρεια Ελλάδα, το Κίνημα Αλλαγής προγραμματίζει εκδήλωση στις 18 Ιουλίου, κατά πάσα πιθανότητα στις Σέρρες, με παρουσία της επικεφαλής του – με κύριο σκοπό να αποδείξει ότι μπορεί κανείς να έχει σοβαρές ενστάσεις για τη συμφωνία των Πρεσπών, χωρίς να καταφεύγει σε εθνικιστικές εξάρσεις.