Ενα στρογγυλό, άδειο πιάτο ως όμικρον. Δύο σταυρωτά μαχαίρια, να σχηματίζουν το χι. Και τρία ποτήρια με κρασί το ένα κάτω από το άλλο κάνουν το γιώτα. Ολα μαζί φωτογραφισμένα, να το το «όχι». Δύο κορίτσια με μαγιό, σε παραλία. Να προσπαθούν να ενώσουν τα ανοιχτά χέρια τους σε έναν μεγάλο κύκλο. Δίπλα τους, ένας νεαρός με ανοιχτά πόδια και χέρια ψηλά και ανοιχτά επίσης. Και δίπλα του ακόμη ένα κορίτσι σε στάση προσοχής. Ξανά να το το «όχι». Αυτή τη φορά μάλιστα μπροστά σε βράχο βαμμένο ελληνική σημαία. Εγκυος φωτογραφίζει την κοιλιά της κρατώντας ένα χαρτί που γράφει τον στίχο του Λευτέρη Παπαδόπουλου «Γιατί αν γλιτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα». Και από κάτω ένα τεράστιο «όχι». Ανθρωποι καθισμένοι κάτω, σε κάποια πλατεία, σχηματίζουν το «όχι». Η «Θεοπούλα» – Εφη Παπαθεοδώρου ποζάρει με ταμπέλα που γράφει «Μόνο στο σεξ λέμε Ναι. Οχι στην υποταγή». Και στη λαϊκή, μανάβης, αντί για ταμπελάκι με τιμή, έχει βάλει στα ροδάκινα ένα χαρτόνι που γράφει «Οχι μέχρι το τέλος». …Τρία χρόνια μετά, αν θυμηθούμε τις υπερβολές, τις υστερίες, τα καραγκιοζιλίκια που έγιναν στο δημοψήφισμα, διαπιστώνουμε ότι ο λαϊκισμός είναι τόσο ισοπεδωτικός και τόσο βίαιος που χάνει το πρόσημό του από τα πρώτα βήματα του σουλάτσου του στη δημόσια ζωή. Που τη ρυπαίνει με έναν τεράστιο λεκέ. Ανεξίτηλο.
Τρία χρόνια μετά, κοιτάς προς τα πίσω εκείνες τις φοβερές μέρες του Ιουλίου του 2015. Ομολογώ ότι προχθές αισθάνθηκα την ανάγκη να τηλεφωνήσω σε κάποιους φίλους που τότε βρεθήκαμε μαζί στην πλευρά του 38%. Και θυμήθηκα τον πατέρα μου που την 28η Οκτωβρίου τηλεφωνιόταν με τους συμπολεμιστές του στην Αλβανία για να πουν «χρόνια πολλά». Γιατί ό,τι διχάζει τόσο βαθιά όπως η καταστροφική φάρσα του δημοψηφίσματος, λειτουργεί ταυτόχρονα και ως πολύ δυνατή συγκολλητική ύλη μεταξύ αυτών που βρέθηκαν τουλάχιστον στη μία πλευρά. Ημών των «ηττημένων». Δεν θέλω να σκεφτώ τι συμβαίνει με την άλλη πλευρά. Και δεν με ενδιαφέρει.
Ο Πρωθυπουργός το έχει υπαινιχθεί, με τον δικό του μπουρδουκλωμένο τρόπο, παραπάνω από μία φορές στις πρόσφατες συνεντεύξεις του. Το αόριστο και νεφελώδες ερώτημα του δημοψηφίσματος απευθυνόταν περισσότερο στο θυμικό του λαού, όχι στο πολιτικό ή εθνικό του κριτήριο. Ούτε καν στο ιδεολογικό. Μια αφορμή για να ξεσπάσουν οι «αγανακτισμένοι», να ξεχαρμανιάσουν, να χορέψουν τσάμικα. Να πανηγυρίσουν για την παγίδα στην οποία έπεφταν. Σαν χοροί του Ζαλόγγου μου φαίνονται τώρα εκείνοι οι κυκλωτικοί στο Σύνταγμα. Δεν ήταν αφελείς αυτοί που τους έσυραν. Ή, τέλος πάντων, όταν η αφέλεια κοστολογείται με μερικές δεκάδες δισεκατομμύρια υπάρχει και συνενοχή.
Λένε ότι από τότε που βγήκε η συγγνώμη, χάθηκε το φιλότιμο. Ναι, αλλά όταν υπάρχει. Οταν δεν υπάρχει, μια συγγνώμη μπορεί να την επανεφεύρει. Και όσο αυτή τη συγγνώμη δεν την ψελλίζει κανείς, μου έρχονται στο μυαλό οι απόψεις του Γκέμπελς ότι, όσο πιο μεγάλο και ασύστολο είναι το ψέμα, τόσο πιο εύκολα πιάνει.