Χωρίς «γραβάτα» και τυμπανοκρουσίες, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος προσδιόρισε χθες από το βήμα της Βουλής σε 10 με 15 χρόνια τον καθαρό διάδρομο για το ελληνικό χρέος, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν κατάφερε να αποσπάσει από το Eurogroup το λεγόμενο γαλλικό κλειδί με προδιαγεγραμμένες αποφάσεις για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους.
Σύμφωνα με την εκτίμηση διεθνών αναλυτών τις τελευταίες ημέρες, η απουσία παρεμβάσεων μακροχρόνιου χαρακτήρα κατά τα πρότυπα των απαιτήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου είναι αυτή η οποία συντηρεί τους αστερίσκους και διαμορφώνει ένα θολό τοπίο. Κανένας από τους διεθνείς αναλυτές δεν θέτει ζήτημα βιωσιμότητας του χρέους έως το 2032, κανένας από την άλλη πλευρά δεν εκτιμά πως οι πρόσφατες αποφάσεις έλυσαν μια για πάντα το ζήτημα. Μπορεί να θεωρηθεί μια ρεαλιστική προσέγγιση, στην οποία συγκλίνουν οι αναλυτές και κοντά στην οποία μπορεί να υποτεθεί πως κινείται και η ανάγνωση της συμφωνίας από τον υπουργό Οικονομικών. Καθαρός διάδρομος για 10-15 χρόνια υπό προϋποθέσεις σοβαρότητας και ανάπτυξης, τις οποίες μνημόνευσε ο Τσακαλώτος, δεσμεύσεις για τη συνέχεια…
Σύμφωνα με τον υπουργό Οικονομικών, οι δεσμεύσεις του Eurogroup για λήψη πρόσθετων μέτρων το 2032, εφόσον χρειαστεί, αποτελούν σημαντική εγγύηση και οι αποφάσεις οι οποίες θα ληφθούν τότε θεωρούνται, κατά την εκτίμησή του, κλειδωμένες ήδη. Μένει να φανεί.
Το σενάριο του QE
Σε ανάλυσή της η Barclays θεωρεί ότι η θετική τάση στο κλίμα της αγοράς, υπό το πρίσμα των μεσοπρόθεσμων παρεμβάσεων του Eurogroup, αναμένεται να συνεχιστεί και τους επόμενους μήνες, ενισχυμένη μάλιστα από την πιθανότητα να ενταχθούν τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ. Στο σενάριο του QE, άλλοι αναλυτές διατηρούν σοβαρές επιφυλάξεις, θεωρώντας την υπόθεση «χαμένη». Για το μέλλον, η Barclays διατηρεί επιφυλάξεις. Εκτιμά πως ενδέχεται να χρειαστούν, μακροπρόθεσμα, περισσότερα μέτρα για το χρέος και η καθοδική τροχιά του «δεν είναι απόλυτα παγιωμένη». Οι βασικότερες παράμετροι οι οποίες θα κρίνουν τελικά εάν θα χρειαστούν περαιτέρω μέτρα ελάφρυνσης είναι οι πιέσεις που απορρέουν για την οικονομία εξαιτίας των πολύ υψηλών στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα, η ανάγκη εφαρμογής κρίσιμων μεταρρυθμίσεων με ταχύ ρυθμό και η έλευση του εκλογικού κύκλου στο προσκήνιο. Ειδικότερα, διατυπώνονται επιφυλάξεις για την ικανότητα της χώρας να διατηρεί ταχείς ρυθμούς εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων υπό ένα «ελαφρύ» μεταμνημονιακό πρόγραμμα, ενώ αναδεικνύεται η πιθανότητα διεξαγωγής πρόωρων εκλογών την άνοιξη.
Σαν μνημονιακό πρόγραμμα
Στην ίδια ανάλυση, η Barclays εκτιμά πως η μεταμνημονιακή περίοδος δεν διαφέρει πολύ από ένα κανονικό πρόγραμμα. Παρότι δεν προβλέπονται νέες μεταρρυθμίσεις, εξακολουθούν να υπάρχουν εκκρεμότητες από προηγούμενες αξιολογήσεις των μνημονιακών δεσμεύσεων. Επιπλέον, οι δεσμεύσεις της μεσοπρόθεσμης δημοσιονομικής στρατηγικής στη βάση των πρωτογενών πλεονασμάτων 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022 και η πρόβλεψη ολοκλήρωσης μνημονιακών δεσμεύσεων έως και το 2022 σημαίνουν, κατά την εκτίμηση της Barclays, ότι η συμφωνία στην πραγματικότητα μοιάζει πολύ με ένα κανονικό πρόγραμμα, πόσω μάλλον εφόσον και οι αξιολογήσεις θα πραγματοποιούνται σε τριμηνιαία βάση, όπως συνέβαινε έως τώρα. Στη βάση αυτών των παραμέτρων – της ενισχυμένης εποπτείας έναντι των δεσμεύσεων αλλά και της αιρεσιμότητας – υπενθυμίζουμε ότι στις αρχές της εβδομάδας ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας εκτίμησε ότι η ΕΚΤ θα μπορούσε να συνεχίσει να αποδέχεται ως ενέχυρο δανεισμού από τις ελληνικές τράπεζες ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου.
ΣΕΒ: Κόψτε συντάξεις
Ξεκάθαρα υπέρ της εφαρμογής των προνομοθετημένων μέτρων για τη μείωση των συντάξεων και του αφορολογήτου τη διετία 2019-20 τάχθηκε χθες ο ΣΕΒ, εστιάζοντας αφενός στο αρνητικό μήνυμα το οποίο θα εξέπεμπε πιθανή υπαναχώρηση από τα συμφωνηθέντα με τους δανειστές, αφετέρου στην ανάγκη ενεργοποίησης αναπτυξιακών αντίμετρων. Χωρίς πρόσθετα μέτρα δεν υπάρχουν και αντίμετρα.
Οπως τονίζεται στο εβδομαδιαίο δελτίο του Συνδέσμου, «πρέπει να κατανοήσουμε ότι η πιθανότητα αναβολής ή αθέτησης των δεσμεύσεων που έχουν αναληφθεί για πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα το 2019 και το 2020, πέρα από τη δυσπιστία που θα προκαλέσει στις διεθνείς αγορές, παραπέμπει στις καλένδες και οποιαδήποτε συζήτηση για μείωση της υπερφορολόγησης της εργασίας και των επιχειρήσεων μέσω των περίφημων «αντίμετρων». Μια τέτοια προοπτική επιβεβαιώνει ακόμη περισσότερο το σενάριο «χαμηλών πτήσεων» της οικονομίας για τα επόμενα χρόνια».
Ο ΣΕΒ επισημαίνει ότι προκειμένου να αυξηθούν οι επενδύσεις, απαιτείται αφενός η μείωση της υπερφορολόγησης, ώστε να μένουν περισσότερα εισοδήματα στα χέρια των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, αφετέρου η δημιουργία ενός σταθερού φιλεπενδυτικού κλίματος για να παρακινηθούν οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά να επενδύσουν. «Μόνο έτσι θα δημιουργηθούν, επίσης, ευνοϊκότερες συνθήκες απασχόλησης, ώστε οι άνεργοι να βρουν δουλειά και οι εργαζόμενοι να μπορούν να ξαναρχίσουν σιγά σιγά να αποταμιεύουν για να επενδύσουν σε ένα σπίτι ή σε ένα μαγαζί, και οι νέοι να φτιάξουν οικογένεια στη χώρα μας, αντί να φεύγουν στο εξωτερικό».