Στα φλιτζάνια με τα σχέδιά του πολλοί από εμάς μπορεί να είχαν απολαύσει τον καφέ τους. Τα πορτρέτα του, σχεδιασμένα με έντονες γραμμές πάνω σε κόκκινο φόντο, μπορεί να ήταν αναγνωρίσιμα με την πρώτη ματιά ακόμη κι από όσους δεν έχουν εντρυφήσει στην τέχνη. Ομως πόσοι είχαμε την ευκαιρία να τον δούμε να παίζει με τον σκύλο του, τον Χόκνεϊ, όνομα ίδιο με εκείνο του κορυφαίου βρετανού ζωγράφου; Να ποζάρει ντυμένος αρλεκίνος ή να βρίσκεται στην αγκαλιά της Τζένης Καρέζη και ανάμεσα στον Κώστα Καζάκο, τον Βασίλη Παπαβασιλείου και την Ελένη Καραΐνδρου; Θα μπορούσαν να είναι σκηνές από μια κινηματογραφική ταινία που θα είχε θέμα τη ζωή του. Είναι καρέ όμως από την πορεία του που τον ανέδειξε σε έναν από τους πλέον αναγνωρίσιμους, αλλά και αναγνωρισμένους ζωγράφους. Κι είναι εκείνα που υποδέχονται τους επισκέπτες της έκθεσης «Δημήτρης Μυταράς – από το σύγχρονο στο διαχρονικό» στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή.
Μια έκθεση που δεν έχει διάθεση αναδρομής, αλλά αποκάλυψης λιγότερων γνωστών πτυχών του αυτοδίδακτου αρχικά ταλαντούχου σχεδιαστή που είδε τα πρώτα του έργα να εκτίθενται με περισσή περηφάνια στο κουρείο του πατέρα του, στη Χαλκίδα. Στόχο που επιχειρεί να πετύχει μέσα από τα 100 έργα που επέλεξε η επιμελήτρια της έκθεσης Μαρία Κουτσομάλλη-Μορό και παρουσιάζει υπό τις λιτές λύσεις των Ανδρέα Γεωργιάδη και Βιβής Γερολυμάτου – οι οποίοι υπογράφουν τον σχεδιασμό της – ξεκινώντας τη διαδρομή από τα σχέδια με στιλό που έστελνε στην αγαπημένη του Χαρίκλεια κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας και υπέροχες δημιουργίες σε μικροσκοπικά χαρτάκια που αναδεικνύουν τη σχεδιαστική του δεινότητα (κληρονομική από την πρόωρα χαμένη μητέρα του) πλάι σε φωτογραφικά στιγμιότυπα από τη ζωή του.
Καθρέφτες: Οι σκεπασμένοι με βαριά υφάσματα καθρέφτες μέσα στο σπίτι που μεγάλωσε λόγω του πένθους για τον θάνατο της μητέρας του ήταν εκείνοι που βρήκαν αργότερα θέση στον καμβά του. Στη θέση των ειδώλων οι γυναίκες που συναντούσε στους δρόμους της Χαλκίδας. Κάποιες φορές και ορισμένες προστατευτικές ανδρικές μορφές. Από το 1965 μπαίνουν στη δουλειά του και παρακολουθούμε την παρουσία τους σε διαφορετικές γωνιές της έκθεσης.
Θέατρο: «Θεατράνθρωπος δεν ήταν» λέει η σύζυγος και συνοδοιπόρος του, επίσης ζωγράφος, Χαρίκλεια. «Δεν είχε την τρέλα του θεάτρου και πολλές φορές με έβαζε να τελειώνω τις δουλειές πριν από την παράσταση» θυμάται. Κι ενώ στέκεται και προσθέτει τις δικές της μαρτυρίες και αναμνήσεις στη δημοσιογραφική ξενάγηση ανάμεσα σε προσχέδια για σκηνικά και κοστούμια παραστάσεων όπως οι «Εκκλησιάζουσες» του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος ή ο «Βόιτσεκ» από το Θέατρο Τέχνης με την υπογραφή του Καρόλου Κουν (ο οποίος αν και τσαρουχικός είχε έργα του Μυταρά στο δωμάτιό του), θυμάται πως η εξόφληση από την παράσταση «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μυράτ ήταν εκείνη που τους επέτρεψε να βγάλουν τις άδειες του γάμου, τον Δεκέμβριο του 1961.
Δικτατορία: Η παλέτα αρχίζει να σκοτεινιάζει πριν από το πραξικόπημα και όσο η επταετία προχωρεί τόσο πιο πολύ βαθαίνει. Απαισιοδοξία, αποστασιοποίηση και στένσιλ μπαίνουν στη δουλειά του. Ανδρικές φιγούρες που θυμίζουν γκάνγκστερ και κτίρια άδεια. Εργα που τον οδηγούν ενώπιον των αστυνομικών Αρχών. Εκείνος επιχειρεί να πείσει ότι πρόκειται απλώς για ανθρώπους που περπατούν ή φωνάζουν σε ένα γήπεδο. Ο αστυνομικός τον αφήνει ελεύθερο με τη σύσταση να μην ξανακάνει άλλα! Ο δε Στέλιος Παττακός πιστεύοντας από παρεξήγηση ότι ο Μυταράς τού αφιέρωσε ένα βιβλίο του, τον καλεί στο γραφείο του. Ο ζωγράφος σπεύδει έχοντας μαζί του μια αλλαξιά για παν ενδεχόμενο. Ο Παττακός όμως του επιφυλάσσει μια τεράστια έκπληξη: τον ευχαριστεί και τον αποχαιρετά λέγοντάς του: «Ο,τι θέλετε από την κυβέρνηση».
Βία: Η δικτατορία μπορεί να έπεσε, ο θυμός του Δημήτρη Μυταρά δεν κόπασε, όχι τόσο με πολιτική διάθεση, αλλά με απαισιόδοξη για το μέλλον της ανθρωπότητας. Οι αγαπημένοι του σκύλοι είναι έτοιμοι να δαγκώσουν και να ουρλιάξουν. Οι μοτοσικλέτες θα γίνουν σύμβολα επίσης της βίας, όπως και οι οδηγοί τους, και θα μετατραπούν σε άγρια ζώα. Το Νεκροταφείο Αυτοκινήτων θα εκφράσει το τραύμα που του άφησε το σοβαρό τροχαίο της συζύγου του.
Πορτρέτα: Η παλέτα ανοίγει. Οι γωνίες γίνονται αιχμηρές. Τα βασικά χρώματα έχουν την τιμητική τους. Οι παραγγελίες διαδέχονται η μία την άλλη και μαζί η επιτυχία, κι ας μην κολακεύει τα μοντέλα του. Ο ίδιος είναι παρών μόνο σε μια αυτοπροσωπογραφία του νεανική. Προτιμά να ζωγραφίζει τον εαυτό του στα πορτρέτα των άλλων. Τα καλύτερα ωστόσο – όπως παραδέχεται – είναι εκείνα που δεν του παρήγγειλε κανείς.