Στις λίγες ενδιαφέρουσες στιγμές της η ισχνή συζήτηση στην Ελλάδα γύρω από το πρόβλημα της μετάφρασης αφορούσε κατά το παρελθόν κυρίως τη λεγόμενη ενδογλωσσική μετάφραση (δηλαδή τη μετάφραση από τα αρχαία στα νέα ελληνικά). Συχνά συνδεόταν με το γλωσσικό ζήτημα, ενώ πολλές φορές εκκινούσε από τη σχολική μεταφραστική πράξη και τις οδυνηρές της συνέπειες. Τα δεδομένα αυτά έχουν πια μάλλον αλλάξει: το γλωσσικό ζήτημα έπαψε να μας απασχολεί και η σχολική μετάφραση για διάφορους λόγους έχασε το ενδιαφέρον της. Η μετάφραση κλασικών ή μοντέρνων κειμένων από άλλες, ακόμη και δύσκολες ή σπάνιες γλώσσες (με βάση, εννοείται, το πρωτότυπο) έχουν πια αρχίσει να μας ενδιαφέρουν εξίσου σοβαρά. Παρά την προγενέστερη ωστόσο ιστορία, η συζήτηση για τη μετάφραση από τα αρχαία ελληνικά μοιάζει να λιμνάζει και το μεταφραστικό τοπίο φαίνεται ενίοτε ομιχλώδες. Το ζήτημα συνδέεται πρωτίστως, πιστεύω, με τη μετάφραση των αρχαιοελληνικών δραματικών κειμένων και σε αυτά σκοπεύω να περιοριστώ στη συνέχεια.
Πριν προχωρήσω, θέλω να αναφερθώ σε δύο γενικά ζητήματα που συνήθως τα λησμονούμε. Πρώτον, ποιον σκοπό υπηρετεί η μετάφραση ενός δραματικού ποιητικού κειμένου; Την ανάδειξη και την αναγνωστική διάδοση του πρωτοτύπου; Τη διδασκαλία της γλώσσας; Το θέατρο και την παράσταση; Και τι μεταφράζει (ή τι πρέπει να μεταφράζει) ο μεταφραστής; Τις λέξεις μόνο και τα νοήματα του κειμένου; Ή μήπως και το ύφος; Μήπως επιπλέον και τη μουσικότητα του λόγου; Ή μήπως εκτός από αυτά και το πνεύμα ενός άλλου πολιτισμού και μιας άλλης κοινωνίας; Δεύτερον, ποιες προϋποθέσεις πρέπει να υπάρχουν για να μεταφράσει κάποιος ένα δραματικό κείμενο της αρχαιότητας, και ως εκ τούτου ποιος μπορεί τελικά να μεταφράζει; Αυτονόητη προϋπόθεση είναι, φαντάζομαι, να γνωρίζει κανείς καλά τόσο τη γλώσσα από την οποία μεταφράζει όσο και τη γλώσσα στην οποία μεταφράζει. Επίσης, δεν νοείται μετάφραση που δεν σέβεται στοιχειωδώς το πρωτότυπο κείμενο. (Το πόσο τερπνό είναι κάθε μετάφρασμα ή πόσο αρέσει στο κοινό ουδόλως επηρεάζει τη θεμελιώδη αυτή απαίτηση.) Στην Ελλάδα βέβαια, λόγω της (υποτυπώδους συνήθως) επαφής με τα αρχαία ελληνικά στο σχολείο, θεωρούν κάποιοι ότι μπορούν να μεταφράζουν, ακόμη και κείμενα εξαιρετικά δυσμετάφραστα. Το ότι αυτού του τύπου οι (περιορισμένης αρχαιομάθειας) μεταφραστές – συχνά σκηνοθέτες που παριστάνουν τους μεταφραστές ή κάποιοι που μεταφράζουν με την ίδια ευκολία από εξωτικές γλώσσες χωρίς να τις κατέχουν – ευδοκιμούν όλως ιδιαιτέρως στον χώρο του δράματος, προφανώς δεν είναι άσχετο με τη διόλου ευκαταφρόνητη αμοιβή των μεταφραστών, ιδίως στο πλαίσιο των διαφόρων κρατικοδίαιτων φεστιβάλ.
ΒΑΣΙΚΕΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ. Για να φανεί ότι η μετάφραση ειδικά των δραματικών κειμένων είναι δυσκολότατο εγχείρημα και προϋποθέτει ιδιαίτερες γνώσεις, θα αναφέρω ορισμένα στοιχεία που φοβούμαι ότι δεν τα συνειδητοποιεί κανείς εύκολα. Περιορίζομαι σε δύο βασικές δυσκολίες, χωρίς να υπεισέλθω – λόγω χώρου – στη συζήτηση συγκεκριμένων μεταφραστικών λύσεων:
(α) Η αρχαία τραγωδία αλλά και η κωμωδία είναι είδη ποιητικά και μουσικά. Αυτό σημαίνει ότι η κατανόηση τουλάχιστον της έμμετρης μορφής του κειμένου σε όλες του τις λεπτομέρειες είναι σημαντική, καθώς αποτελεί φορέα νοήματος. Το έντονο πάθος, για παράδειγμα, εκφράζεται στην τραγωδία με άλλο μέτρο και οι ενότητες αυτές το δίχως άλλο θα συνοδεύονταν από μουσική, όπως άλλωστε και όλα τα στάσιμα του Χορού. Επίσης, μέσα από το μέτρο εκφράζεται συχνά η διαφορετική διάθεση των προσώπων. Στον Ευριπίδη, για παράδειγμα, συχνά εναλλάσσονται ιαμβικοί τρίμετροι που εκφέρονται από άνδρες με λυρικούς στίχους που εκφέρονται από γυναίκες για να εκφραστούν έντονα συναισθήματα. Πώς θα αποδώσει κανείς όλες αυτές τις ιδιαιτερότητες χωρίς τις απαραίτητες γνώσεις; Μπορεί άραγε να μεταφράσει κανείς κείμενα ενός οιονεί μουσικού θεάτρου – όπως είναι το αρχαίο – χωρίς στοιχειώδη γνώση αυτών των δεδομένων;
(β) Οι τραγωδίες είναι γραμμένες σε μια τεχνητή, λογοτεχνική γλώσσα, μια λογοτεχνική «κοινή». Η γλώσσα αυτή αποτελεί εξευγενισμένη και εμπλουτισμένη μορφή της αττικής διαλέκτου και συνδυάζει δωρικά, επικά και αιολικά στοιχεία, τα οποία προέρχονται από την ποιητική παράδοση. Αυτό που τη χαρακτηρίζει είναι το σύμφυτο με το είδος υψηλό ύφος, η σεμνότητα. Οι λέξεις συχνά δεν είναι αυτές της ομιλουμένης. Για παράδειγμα, στην τραγωδία το ουσιαστικό ανήρ γίνεται κατά κανόνα πόσις, αντί για το σώμα προτιμάται το δέμας, αντί για το βαδίζειν χρησιμοποιείται το στείχειν, ο γιος δεν αναφέρεται ως υιός αλλά ως γόνος και ο αδελφός ως όμαιμος. Ακόμη, τα τραγουδιστικά μέρη διαφοροποιούνται γλωσσικά – αυτό είναι πια γνωστό – από τα διαλογικά. Αλλά και επιμέρους ενότητες διαφοροποιούνται γλωσσικά (οι αγγελικές ρήσεις, π.χ., έχουν πολλούς ομηρισμούς). Στο ίδιο έργο μπορεί επίσης να διαπιστώσει κανείς διαφορετικά επίπεδα ύφους με στοιχεία άλλοτε πιο ποιητικά, άλλοτε πιο πεζολογικά, άλλοτε πιο «ουδέτερα» και άλλοτε πιο καθημερινά. Επειτα, διαφορές παρουσιάζει και η γλώσσα του ενός τραγικού ποιητή από τον άλλον. Αλλά και η γλώσσα του ίδιου ποιητή παρουσιάζει ιδιαιτερότητες. Για παράδειγμα, ο Ευριπίδης έχει λέξεις που τις αγαπά ιδιαίτερα (ας θυμηθεί κανείς απλώς το κομψός, που οδήγησε στο αριστοφανικό κομψευριπικώς) ή εκφράσεις που χρησιμοποιεί λογοτυπικά (π.χ. ουκ άλλως λέγω), ενώ κάνει επίσης ευρεία χρήση εκφράσεων της καθομιλουμένης.
Πώς θα μεταφράσει κανείς χωρίς επαρκείς γνώσεις όλες τις παραπάνω αποχρώσεις ή, έστω, πώς θα βρει μεταφραστικές λύσεις σχετικά ικανοποιητικές; (Γιατί λύσεις φυσικά μπορεί να αναζητήσει κανείς στη νεοελληνική λογοτεχνική παράδοση και δη στην ποίηση – αλλά πρώτα πρέπει να μπορεί να εννοήσει τα προβλήματα.) Ακόμη παραπέρα: πώς θα αποδώσει δυσκολότερα φαινόμενα, όπως είναι τα μόρια (εκείνα τα πολύσημα γαρ, μην, δη, γουν) ή τα δυσμετάφραστα πλην θεατρικότατα επιφωνήματα; Και στον Αριστοφάνη πάλι πώς θα αποδώσει τις παρωδίες προσευχών, νομικών, φιλοσοφικών και τεχνικών όρων ή λογοτεχνικών κειμένων;
Πριν από οτιδήποτε άλλο νομίζω ότι προέχει η συζήτηση και συνειδητοποίηση των δυσκολιών της μετάφρασης των δραματικών κειμένων – αυτή η επίγνωση που προφανώς απέτρεψε ακόμη και τους μεγάλους μας ποιητές από τη μετάφραση αρχαίου δράματος, αλλά απουσιάζει από τους σύγχρονους μεταφραστικούς τολμητίες. Και κάτι εξίσου σημαντικό: τουλάχιστον τα κρατικοδίαιτα φεστιβάλ και θέατρα οφείλουν να επιδείξουν επιτέλους στο θέμα αυτό πνεύμα υπευθυνότητας και σεβασμού τόσο προς τους τεθνεώτες ποιητές όσο και προς τους θεατές και τους φορολογούμενους πολίτες.
Ο Στ.Τσιτσιρίδης είναι καθηγητής στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πάτρας. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, κλασική φιλολογία και αρχαία ιστορία στο Πανεπιστήμιο της Κολωνίας, όπου αναγορεύθηκε διδάκτωρ το 1995, ενώ υπήρξε ακαδημαϊκός υπεύθυνος για την αρχαία και βυζαντινή γραμματεία στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Από τις εκδόσεις Teubner κυκλοφορεί το βιβλίο του Platons Menexenos (1998, κριτική και ερμηνευτική έκδοση). Εχει εκδώσει επίσης το «Η γένεση της λογοτεχνικής ερμηνείας» (Στιγμή, 2001), για την ερμηνεία του ποιήματος του Σιμωνίδη στον «Πρωταγόρα» του Πλάτωνα