Ο Πλάτων στους «Νόμους» ορίζει την Πολιτεία ως μίμησιν της άριστης πολιτείας, της θείας, της τέλειας. Αν μεταφέρουμε τον ορισμό στα μαθηματικά, θα αντιληφθούμε πως υπάρχει ένα πεδίο τιμών που ανα-φέρονται σ" ένα πεδίο αναφοράς. Για να το κάνουμε λιανά: αν υποθέσουμε πως στην κοινωνία των ανθρώπων διαπιστώνουμε την ύπαρξη ή τη συνύπαρξη πολλών τίμιων συμπεριφορών, τότε όλες αυτές αναζητούνται σε ένα πεδίο όπου οι επιμέρους διαφοροποιήσεις τους χωνεύονται σε μια γενίκευση που έχει όλα τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της τιμιότητας έτσι ώστε η αναγωγή να επαληθεύει την έννοια και να την κυρώνει.
Για τη σκέψη του Πλάτωνος κάθε μίμησις, άρα κάθε έννοια στο πεδίο των τιμών, είναι απόπειρα να πληρωθεί μια βούληση που διψά να ομοιωθεί με το τέλος, τον σκοπό του αναφορικού πεδίου. Οι θρησκείες συμβολοποίησαν αυτή την αναφορά δημιουργώντας ένα πεδίο όπου προβάλλονται ως πρότυπα βίου οι άγιοι. Οι πολιτείες κατέφυγαν στους σοφούς, στους ήρωες κ.τ.λ.
Σκοπός αυτής της στήλης δεν είναι να εξαντλήσει ένα μεγάλο και πάντα ανοιχτό φιλοσοφικό πρόβλημα.
Απλώς καταφεύγει σε μερικά αυτονόητα και προσιτά για να ξανασκύψει σε οικεία για τα ενδιαφέροντά της θέματα. Αραγε τι να σημαίνει για μας σήμερα ο αριστοτελικός ορισμός της τραγωδίας που νοείται ως μίμησις πράξεως τελείας και σπουδαίας. Θυμίζω πως τέλειος είναι στην αρχική σημασία των λέξεων αυτός που κατακτά τον σκοπό του, αφού τέλος είναι ο σκοπός, ο στόχος. Σπουδαίος δε είναι εκείνος που σπεύδει προς τον σκοπό, χωρίς να παρεκκλίνει, σχεδόν ορμά προς το τέρμα με επιδίωξη να το αλώσει, να το κατακτήσει και να λυτρωθεί.
Ολα αυτά όμως με ποιο όχημα; Με ποιο μέσον;
Ο Αριστοτέλης ονομάζει τα συστατικά αυτής της οδοιπορίας προς το τέλος: Μύθος, λέξις, όψις, μέλος, ήθος, διάνοια. Και μας προειδοποιεί: ο Μύθος μέγιστον πάντων. Φτάνει μάλιστα να διαπιστώσει πως η μίμησις πράξεως μπορεί να πληρωθεί χωρίς όλα τα υπόλοιπα συστατικά, αρκεί να λειτουργήσει ο Μύθος. Γι" αυτό και σε μια αποστροφή του θεωρητικού του στοχασμού μάς βεβαιώνει πως η μίμησις είναι μίμησις πράξεων και όχι ανθρώπων. Πράγμα που σημαίνει πως μπορεί να έχω μίμησιν χωρίς ήθος, διάνοια, λέξιν, μέλος, όψιν, αλλά και χωρίς χαρακτήρες, όπως λέμε σημεία, φτάνει να έχω να αφηγηθώ, να ακουμπήσω πάνω σ" έναν Μύθο, σε μια σειρά πράξεων κατά το εικός και το αναγκαίον.
Ο Αριστοτέλης έζησε, ως γνωστόν, σε εποχή παρακμής του θεάτρου, στην εποχή που κυριαρχούν οι υποκριτές και ταπεινώνονται οι ποιητές. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως ο παντόμιμος δεν είναι μίμησις πράξεως τελείας και σπουδαίας. Αφού υπάρχει Μύθος, ακολουθία πράξεων κατά το εικός και το αναγκαίον. Αν δεν κατανοήσουμε τι είναι αυτό το «εικός» που είναι όλος ο μηχανισμός που κινεί την ιστορία στο Θουκυδίδη, δεν θα αντιληφθούμε και την αναγκαιότητα, δηλαδή την υποταγή των ανθρωπίνων πράξεων στην Ανάγκη, στην οποία και οι θεοί επείθοντο.
Θα αντιληφθούμε τη λογική του Αριστοτέλη, ώστε να συμφωνήσουμε μαζί του ή να διαφωνήσουμε, αν κατορθώσουμε να πείσουμε πως μπορούμε να μιμηθούμε μια πράξη μόνο με λέξη, ήθος, διάνοια και όψιν και μέλος.
Θα σπεύσουμε όλοι πιθανόν να πούμε πως ναι, μπορώ να μιμηθώ, αφού μπορεί ο Πικάσο με τον χρωστήρα, ο Μπετόβεν με τους ήχους, ο ρήτωρ με τις λέξεις, ο αρχιτέκτονας με τις κατασκευές, ο φιλόσοφος με τα επιχειρήματα. Αλλά όλα αυτά τα έξοχα κατορθώματα μπορούν να νοηθούν χωρίς έναν Μύθο που υπόκειται;
Εγραφα πρόσφατα και εδώ πως ο μέγας γλωσσολόγος Νόαμ Τσόμσκι συμβούλευε μαθητή του που πρόκειται να χτίσει πως η ερώτηση που έπρεπε να θέσει ήταν: Ποια Ανάγκη θα πληροί;
Αρα ο αρχιτέκτονας, ο μουσικός, ο εικαστικός, ο λογοτέχνης, ο πολιτικός οφείλει να αναζητήσει μια αιτία, ένα στοιχείο, ένα πρόβλημα, μια ακολουθία πράξεων στα οποία θα αναφέρεται η δημιουργία του. Πρέπει να εφεύρει, αν δεν υπάρχει ήδη, έναν Μύθο, μια ακολουθία πράξεων, δηλαδή τη Ζωή. Και αυτή η Ζωή, αυτή η ακολουθία πράξεων, για να γίνει λειτουργική οφείλει να αναφέρεται κάπου, σε κάποιο αναφορικό πεδίο, είτε αυτό είναι ένα θρησκευτικό δόγμα, είτε μια φιλοσοφική ιδέα, είτε μια ιδανική συνθήκη.
Τώρα ίσως θα αντιληφθούμε γιατί συχνά καταφεύγουμε σε αναζήτηση αναφορών: τον δάσκαλο, τον φίλο, τον γκουρού, την Ιδέα, τον θεό κ.τ.λ.
Τώρα ίσως θα αντιληφθούμε γιατί ο Καζαντζάκης αισθάνεται την ανάγκη «Αναφοράς στον Γκρέκο». Είναι ακριβώς αυτό που ο Αριστοτέλης ονομάζει Μύθο, το μέγιστον πάντων των συστατικών της μιμήσεως πράξεως.
Ο μύθος του Οιδίποδα, της Μήδειας, των Ατρειδών, του Ηρακλή, του Φιλοκτήτη, του Αχιλλέα, του Προμηθέα, ο μύθος των προσώπων της αιγυπτιακής μυθολογίας, των ηρώων του ινδικού έπους αλλά και οι ευρωπαϊκοί καταγωγικοί μύθοι του Δον Κιχώτη, του Αμλετ, του Φάουστ, του Δον Ζουάν, του Ταρτούφου, του Ροβινσώνα Κρούσου, του Αχαμπ στον «Μόμπι Ντικ», του Περιπλανώμενου Ιουδαίου, του Μαλντορόρ, του Τομ Σόγερ, του Χότζα, του Πέερ Γκιντ και γιατί όχι του Μίκι Μάους.
Τέτοιες αναφορές αναζητεί ο Αριστοτέλης για να κυρώσει τη μίμησιν πράξεως. Αυτοί οι «Μύθοι» είναι όπως οι μαθηματικές ταυτότητες, ισχύουν διά πάσαν τιμήν, άρα για να καταλήξουμε από εκεί που ξεκινήσαμε είναι πεδία αναφοράς που έρχονται και αναπαύονται, χωνεύονται, κυρούνται τα πεδία τιμών.
Είναι δυνατόν να μιλήσουμε για έπος, όποιας εποχής, χωρίς να αναφερθούμε στον Ομηρο;
Να μιλήσουμε για λυρισμό χωρίς να παραπέμψουμε στη Σαπφώ, να μιλήσουμε για ζωγραφική χωρίς να αναπέμψουμε την προσοχή μας στα σπήλαια της Αλταμίρας, να περιγράψουμε έναν κίονα χωρίς να ταξιδέψουμε, ρητά ή υπόρρητα, στους αιγυπτιακούς ναούς;
Κάθε τέχνη, και κάθε επιστήμη έχει τους αναφορικούς της Μύθους. Κάθε εφεύρεση παραπέμπει στο «Εύρηκα» του Αρχιμήδη, κάθε επιστημονικό αδιέξοδο στην πράξη του Εμπεδοκλή να πηδήσει στο ενεργό ηφαίστειο της Αίτνας για να ανακαλύψει τις αιτίες που το προκαλούν.
Κάθε νήπιο που χαράσσει τα πρώτα του αδιάβαστα σήματα στο χαρτί επαναλαμβάνει τον πρώτο άνθρωπο που εφηύρε τη γραφή.
Κάθε ήχος που βγαίνει από ένα μωρό είναι η επανάληψη της πρώτης εκείνης απόπειρας του σπηλαίου ανθρώπου να επικοινωνήσει.
Μ" αυτή την έννοια και η θρησκεία της Μεσογείου, ανεξαρτήτως δόγματος, παραπέμπει στο προπατορικό αμάρτημα. Και μ" αυτή την έννοια αναζητούμε πρότυπο, αρχέτυπο της επιθυμίας για αθανασία στον Χριστό ή στην περιέργεια που σκοτώνει την Ευρυδίκη.
Στις εποχές της υπαρξιακής απελπισίας οι μεγάλοι δημιουργοί επιστρέφουν στους μεγάλους Μύθους για να παρηγορηθούν ή να τους σατιρίσουν. Πίσω από τα αριστουργήματα του Σάμιουελ Μπέκετ, το «Περιμένοντας τον Γκοντό», το «Τέλος του παιχνιδιού», «Οι ευτυχισμένες μέρες», «Η μαγνητοταινία του Κραπ», υπόκειται και στα τέσσερα ο Μύθος του «Προμηθέα δεσμώτη».
Πίσω από τον «Ξένο» του Καμί ο Οιδίπους, πίσω από τον ήρωα του «Ηλίθιου» του Ντοστογιέφσκι ο Χριστός, πίσω από τον Δόκτορα Τζέκιλ και τον Μίστερ Χάιντ του Στίβενσον ο Φάουστ και ο Μεφιστοφελής.
Εδώ ας σταματήσω για να ρωτήσω, τι νόημα έχουν και που σκοπεύουν οι γνωστές σήμερα απόπειρες για απομυθοποίηση και απομάγευση; Σε μια εποχή που φαίνεται κάποιοι να γοητεύονται από το θέαμα της καταστροφής και της διάλυσης, τι επιδιώκεται με το τράβηγμα του χαλιού κάτω από τα πόδια του ανθρώπου;
Γιατί μόνο οι ανόητοι δεν μπορούν να μη βλέπουν πως η κατεδάφιση των μεγάλων Μύθων της ανθρωπότητας έφερε τα τέρατα και τις μανιακές μηχανές του σινεμά, μια νέα απάνθρωπη μυθολογία που αντί να παρηγορεί, τρομοκρατεί τις κούνιες των νηπίων.
Εγραψα κι άλλοτε πως ένας ηγούμενος σε ελληνικό μοναστήρι ξεναγώντας έλληνα θεολόγο επισήμανε ειρωνικά πως τώρα με την εκλογίκευση των πάντων και στη θεολογία ορφάνεψαν οι τοίχοι των μοναστηριών από αγίους!
Οι άνθρωποι όμως έχουν ανάγκη από Αναφορές.
Γι" αυτό και κακοπαιγμένες συχνά οι τραγωδίες γεμίζουν την Επίδαυρο, αναζητώντας τον Οιδίποδα και αλλού τον Φάουστ, τον Πέερ Γκιντ και τον Γκοντό, ακόμη και τους καουμπόηδες στην Αγρια Δύση.
Καταργώντας ή συκοφαντώντας τον Μύθο εγκαθιδρύουμε στον κόσμο το τέρας του δόκτορα Φρανκενστάιν, τον Αντι-Οιδίποδα και τον Αντι-Προμηθέα. Τον ΑΛΛΟ ΜΥΘΟ!