Η κύρια κατηγορούμενη για μια σειρά ρατσιστικών φόνων, που δεν έχουν προηγούμενο στη μεταπολεμική Γερμανία, υποστήριξε την Τρίτη, στο τέλος μιας δίκης-ποταμού που διήρκεσε πέντε χρόνια, ότι έχει εγκαταλείψει τη νεοναζιστική ιδεολογία.

Οταν κλήθηκε να μιλήσει για τελευταία φορά στη δίκη της, η 43χρονη Μπεάτε Τσέπε υποστήριξε πως η ιδεολογία της άκρας δεξιάς δεν έχει γι" αυτήν «αληθινά καμιά σημασία πια». Η ετυμηγορία θα ανακοινωθεί στις 11 Ιουλίου από το δικαστήριο του Μονάχου.

Η Τσέπε απευθύνθηκε στους οικείους των δέκα θυμάτων υποστηρίζοντας ότι συναισθάνεται τη «θλίψη» και την «απελπισία» τους.

Η γυναίκα αυτή είναι η μόνη που δικάζεται από το 2013 στο Μόναχο για δέκα ρατσιστικά εγκλήματα που αποδίδονται σε μια τριμελή ομάδα νεοναζιστών με την ονομασία «National Socialist Underground» (NSU), την οποία είχε σχηματίσει με δύο φερόμενους συνεργούς της, τον Ούβε Μούντλος και τον Ούβε Μπένχαρτ.

Οι δύο τελευταίοι είναι νεκροί. Πιθανόν αυτοκτόνησαν το 2011 ενώ η αστυνομία βρισκόταν επί τα ίχνη τους. Άλλοι τέσσερις ύποπτοι ως συνεργοί δικάσθηκαν για ήσσονος σημασίας αδικήματα μαζί με την Μπεάτε Τσέπε, σε βάρος της οποίας η εισαγγελία ζήτησε στα τέλη του 2017 την ποινή των ισοβίων.

Η κύρια κατηγορούμενη είχε ήδη απορρίψει την ευθύνη της για τους φόνους οκτώ Τούρκων μεταναστών, ενός Έλληνα πολίτη και μιας Γερμανίδας αστυνομικού, που έγιναν στο διάστημα από το 2000 έως το 2007.

Υποστήριξε επίσης σήμερα στο τέλος της δίκης της ότι δεν γνωρίζει γιατί οι δύο φερόμενοι συνεργοί της επέλεξαν να σκοτώσουν αυτούς τους δέκα ανθρώπους, ενώ χαρακτήρισε αυτούς τους φόνους «φρικτούς».

«Σας παρακαλώ, μην με καταδικάσετε για κάτι που ούτε θέλησα ούτε διέπραξα», είπε επίσης απευθυνόμενη στον πρόεδρο του δικαστηρίου, τον Μάνφρεντ Γκετσλ. Οι δικηγόροι της έχουν ζητήσει από το δικαστήριο να καταδικαστεί για τα μικρότερα αδικήματα του εμπρησμού και της ληστείας.

Οι ρατσιστικοί φόνοι που αποδίδονται στην NSU είχαν προκαλέσει βαθύ σοκ στη Γερμανία. Ήταν οι πιο βίαιοι που έγιναν από ανταρτική οργάνωση στη Γερμανία μετά το τέλος, το 1991, της 20ετούς δράσης της ακροαριστερής οργάνωσης Φράξια Κόκκινος Στρατός (RAF), στη διάρκεια της οποίας υπολογίζεται πως σκοτώθηκαν 34 άνθρωποι.