Δεν χρειάζεται να έρθει το καλοκαίρι για να καταλάβεις πόσο βασανίζονται όσοι εργάζονται ως ψήστες στα ψητοπωλεία είτε της Αθήνας είτε των επαρχιακών πόλεων – της πρωτεύουσας βέβαια πολύ περισσότερο. Εκτός και αν το ψητοπωλείο είναι στην είσοδο ενός χωριού, και το χωριό συμβαίνει να έχει ευλογηθεί με πολύ πράσινο – όλο και κάποιο ζείδωρο αεράκι θα ανακουφίζει τότε το πρόσωπο και το στήθος του ψήστη. Εμείς όμως στην Αθήνα μένουμε, και μάλιστα στην καρδιά της, στην Αθήνα παρατηρούμε ό,τι συμβαίνει γύρω μας, στην Αθήνα γράφουμε – δεν παραπονιόμαστε – επομένως οι κεντρικοί της δρόμοι έχουν γίνει σαν δεύτερο σπίτι μας.
Κι όπως μέσα στο ίδιο μας πια σπίτι μπορεί να μας «διαφεύγει», όσο κι αν τον αγαπούμε, οποιοσδήποτε συμβαίνει να συγκατοικούμε, ένας λόγος παραπάνω μέσα στο δεύτερό μας σπίτι που είναι οι δρόμοι, να μην έχουμε προσέξει κάτι που χρόνια προβάλλεται διαρκώς μπροστά μας. Κι αν συμβεί να το προσέξουμε, να μη διαφέρει σε σχέση με ένα περιστατικό άκρως αποκαλυπτικό, που μας κάνει γνωστή μια πτυχή της ανθρωπότητας, παρά μια δευτερεύουσας σημασίας ιδιωτική περιπέτεια.
Το ψητοπωλείο είναι στο κέντρο της Αθήνας, με τόση δουλειά ώστε σε κάθε βάρδια, αντί για έναν ή δύο είναι τέσσερις οι ψήστες – ανάμεσά τους και μία γυναίκα. Κλιμακώνονται ηλικιακά από τα τριάντα ώς τα πενήντα πέντε τους χρόνια, με τα σκουφάκια τους, σχεδόν παρατεταγμένοι μπροστά στην περιορισμένου πλάτους αλλά μεγάλου μήκους ψησταριά – μπιφτέκια, μπριζολάκια, λουκάνικα, δεν είναι μόνο οι κάθετες σούβλες με τους γύρους από κοτόπουλο και χοιρινό.
Φαντάζεται κανείς πόσο βασανιστική δουλειά θα πρέπει να είναι, αλλά εξοικειωμένοι όπως είμαστε όλοι μας με πολύ πιο δραματικά συμβάντα – φτάνει πάντα να μην πέφτουν στο δικό μας το κεφάλι – συμβιβαζόμαστε σε σχέση με όσες τύψεις μπορεί να αισθανόμαστε, λέγοντας μέσα μας «Να δοξάζουν τον Θεό οι ψήστες που έχουν δουλειά ενώ άλλοι είναι άνεργοι». Σε μια στροφή όμως του ξύλινου χωρίσματος με τη γυάλινη προθήκη, με τα εκτεθειμένα κρέατα, τους κιμάδες και τις σαλάτες, που παρεμβάλλεται ανάμεσα στους ψήστες και τους περαστικούς ή τους πελάτες του ψητοπωλείου, είναι τοποθετημένη η ταμειακή μηχανή. Με την κοπελίτσα που χτυπάει τα πλήκτρα και κάνει τους λογαριασμούς, να μην απέχει σε σχέση με τους ψήστες παρά τριάντα με σαράντα το πολύ εκατοστά, και με την πλάτη της βέβαια γυρισμένη αναπόφευκτα προς αυτούς.
Ενας άλλος κόσμος. Σαν εγκλωβισμένοι όλοι τους μέσα στο ίδιο ελάχιστο εμβαδόν, η απόσταση ανάμεσα στην κοπελίτσα που μπορεί να αναπνέει τον αέρα ενός ακόμα και πνιγμένου στις αναθυμιάσεις, θορυβωδέστατου, δρόμου και τους ψήστες που εισπνέουν την κάπνα και την τσίκνα από τα κρέατα, η απόσταση λοιπόν δεν μοιάζει μόνο αβυσσαλέα αλλά και αγεφύρωτη. Το να μην μπορεί να καλυφθεί η ψυχική ή πνευματική απόσταση ανάμεσα στους ανθρώπους, μοιάζει σχεδόν με πολυτέλεια, αν συνειδητοποιήσεις ότι, αν και σωματική η συνύπαρξή τους, ο ένας μπορεί να αναπνέει χωρίς να βασανίζεται, ενώ ο άλλος να νιώθει ότι πνίγεται συνεχώς.