Την ώρα που ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει ανοίξει μέτωπα με Κίνα και Ευρώπη με την επιβολή δασμών δισ. δολαρίων, το Συμβούλιο Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων της Γαλλίας κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και προειδοποιεί ότι ένας κανονικός εμπορικός πόλεμος θα μπορούσε να είναι τόσο καταστροφικός για την παγκόσμια οικονομία όσο η ύφεση του 2008-2009.
Οι ΗΠΑ και η Κίνα θα μπορούσαν να χάνουν ετησίως το 3% του ΑΕΠ τους και η Ευρωπαϊκή Ενωση το 4% στην περίπτωση ενός κανονικού εμπορικού πολέμου, όπως εκτιμά το Συμβούλιο του σώματος που συμβουλεύει τον πρωθυπουργό της χώρας. Στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αυτό μεταφράζεται σε απώλεια 1.250 ευρώ ετησίως ανά κάτοικο.   
Το Συμβούλιο καθόρισε έναν γενικευμένο εμπορικό πόλεμο ως αύξηση κατά 60 ποσοστιαίες μονάδες στους δασμούς σε προϊόντα μεταποίησης και περιορισμούς στις υπηρεσίες μεταξύ των βασικών εμπορικών εταίρων.
Ο πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Συμβούλων Philippe Martin δήλωσε χθες, σύμφωνα με το πρακτορείο Reuters, πως αυξήσεις δασμών ενός τέτοιου μεγέθους αντιστοιχούν στις αυξήσεις που σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930. Συγκριτικά, οι δασμοί είναι αυτή τη στιγμή χαμηλότεροι από το 3% κατά μέσο όρο στις ΗΠΑ και στην Ευρωπαϊκή Ενωση.
Οι οικονομικές απώλειες από έναν πλήρη εμπορικό πόλεμο θα ήταν χειρότερες για σχετικά μικρές, ανοικτές οικονομίες, ξεπερνώντας το 10% του ΑΕΠ για τον Καναδά, την Ιρλανδία, το Μεξικό, τη Νότια Κορέα και την Ελβετία.
Σε έναν πιο περιορισμένο εμπορικό πόλεμο, ο αντίκτυπος θα ήταν και πάλι τεράστιος, με πτώση σχεδόν 60% στο διμερές εμπόριο μεταξύ της Κίνας και των ΗΠΑ, εάν οι δύο χώρες πλήξουν η μία την άλλη με αυξήσεις δασμών 25% σε όλες τις μεταξύ τους εμπορικές συναλλαγές.
Σε αυτό το πλαίσιο, το Συμβούλιο πρότεινε τον συντονισμό αντίμετρων στις ήδη ισχύουσες και τις σχεδιαζόμενες αυξήσεις δασμών της Ουάσιγκτον με εμπορικούς εταίρους, όπως η Ιαπωνία και ο Καναδάς, ενώ πιέζει για μεταρρυθμίσεις από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ).
Σύμφωνα με τον Philippe Martin, η Ευρώπη θα πρέπει να συνεχίσει να επιδιώκει διμερείς εμπορικές συμφωνίες ως «πολιτική ασφαλείας» που θα μπορούσε να περιορίσει τον αντίκτυπο ενός κανονικού εμπορικού πολέμου.
Ωστόσο, η ΕΕ δεν θα πρέπει να αποδεχθεί μελλοντικές συμφωνίες εκτός κι αν η χώρα – εταίρος έχει επικυρώσει τη Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα και τα πρότυπα του ΟΟΣΑ για την αντιμετώπιση των κενών στη διασυνοριακή φορολόγηση των επιχειρήσεων.