«Μεγάλη νίκη, βέβαια. Αλλά δηλητηριασμένη νίκη». Αργά το βράδυ της περασμένης Κυριακής, ένας από τους λίγους τούρκους φίλους που εξακολουθεί να ζει στη χώρα του, ελεύθερος και διατηρώντας τη δουλειά του στο Πανεπιστήμιο, περιέγραφε το εκλογικό δράμα που είχε μόλις τελειώσει. Για τον Ιντζέ, που έκανε μια απροσδόκητα δυναμική καμπάνια, μα που ο λόγος του έμοιαζε να μιμείται μια παλιότερη εκδοχή Ερντογάν. Για το κόκκινο κύμα που έδωσε στους εθνικιστές τα ιστορικά υψηλότερα ποσοστά τους. Για τον συγκινητικό ηρωισμό των ανθρώπων του HDP, που άντεξαν μύριους διωγμούς, απαγορεύσεις, εκφοβισμούς για αυτό το αξιοθαύμαστο 11,5%. Και για τον προαναγγελθέντα θρίαμβο του Ερντογάν. «Δηλητηριασμένη νίκη», επέμενε. Ενα δηλητήριο, η οικονομική κρίση. Πιο επικίνδυνο δηλητήριο, η μεγάλη άνοδος των εθνικιστών, οι οποίοι ξέρουν πια ότι ο Ερντογάν τούς χρωστά τη νίκη του και ότι η φαινομενική παντοκρατορία του από αυτούς εξαρτάται.
Του ζήτησα μια εκτίμηση, μια πρόβλεψη για την εξωτερική πολιτική και τις σχέσεις με την Ελλάδα. «Θυμάσαι τι λέγαμε παλιά;» μου απάντησε. «Πως η δημοκρατία είναι η προϋπόθεση της ειρήνης;». Θυμάμαι, φυσικά.
Είχαμε γνωριστεί στο πρώτο μου ταξίδι στην Τουρκία, το 1980. Ηταν παραμονές του στρατιωτικού πραξικοπήματος του Εβρέν. Ο φόβος απλωνόταν πάνω από τη χώρα, ο στρατιωτικός νόμος είχε επιβληθεί σε μεγάλο μέρος της, οι νύχτες στην Κωνσταντινούπολη μύριζαν αίμα. Η Σμύρνη ήταν, για λίγο ακόμη, μια νησίδα σχετικής ελευθερίας και μια συμμαχία αριστερών οργανώσεων νέων διοργάνωναν στο πάρκο της πόλης ένα τελευταίο συλλαλητήριο κατά της επερχόμενης δικτατορίας. Ο φίλος μου ήταν ένας από τους διοργανωτές. Κι εγώ βρέθηκα να εκπροσωπώ τις ελληνικές οργανώσεις νέων εκείνο το βράδυ. Το συλλαλητήριο ήταν μεγάλο, οι άνθρωποι συγκινημένοι, ανήσυχοι, δίχως αυταπάτες. Ηξεραν ότι η δικτατορία έρχεται. Ηρθε σε λίγο, τον Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς. Αλλά για εκείνο το βράδυ μπορούσαμε να ελπίζουμε. Και να επαναλαμβάνουμε μεταξύ μας πως μόνο όταν η δημοκρατία θριαμβεύσει και στις δύο όχθες του Αιγαίου, θα ζήσουν οι χώρες μας σε ειρήνη.
Ο κόσμος είναι πιο περίπλοκος, βέβαια. Αλλά τις περιπέτειες της δημοκρατίας στην Τουρκία τις παρακολουθούσα όλα αυτά τα χρόνια, έχοντας πάντα στο μυαλό την ηχώ εκείνου του ρομαντικού κλισέ. Η μετεωρική άνοδος του Ερντογάν, μετά το 2002, έμοιαζε να δίνει στην Τουρκική Δημοκρατία την ευκαιρία να απαλλαγεί επιτέλους από τους ένοπλους κηδεμόνες της και να συμφιλιωθεί με τον πραγματικό της δήμο. Οι παλιοί μου φίλοι είχαν τις επιφυλάξεις τους και μου θύμιζαν συχνά εκείνη τη μικρή φράση που είχε πει κάποτε ο Ερντογάν – πως η δημοκρατία είναι ένα τραμ από το οποίο κατεβαίνεις όταν φθάσεις στον προορισμό σου. Αλλά ήταν τόσο θεαματικές οι αλλαγές κι ήταν τέτοια η ευφορία που προκαλούσαν οι αλλεπάλληλες ήττες του παλιού «βαθέως κράτους», που ήταν δύσκολο να αντισταθεί κανείς στη διάχυτη αισιοδοξία. Και, ω του θαύματος, εκείνα τα πρώτα χρόνια του Ταγίπ οι ελληνοτουρκικές σχέσεις πέρασαν πράγματι κάτι σαν μήνα του μέλιτος. Τα νερά του Αιγαίου έμοιαζαν πιο ήρεμα παρά ποτέ.
Κι ύστερα ήρθαν οι διαδηλωτές του πάρκου Γκεζί, οι καταγγελίες για σκάνδαλα, η εμπλοκή στον βρώμικο πόλεμο στη Συρία, τα τρελά όνειρα ενός μεταμοντέρνου χαλιφάτου, η βίαιη εγκατάλειψη της ειρηνευτικής προσπάθειας στο Κουρδικό, η πλήρης υιοθέτηση της εθνικιστικής ατζέντας και η συμμαχία με τους Γκρίζους Λύκους. Κι ύστερα, μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, το κύμα των διωγμών, οι 100.000 φυλακισμένοι οι 150.000 διωγμένοι από το Δημόσιο, ο καθολικός εξανδραποδισμός των μέσων ενημέρωσης. Και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις κατρακύλησαν πίσω, σε μια εποχή σκοτεινή, πριν το Ελσίνκι. Σαν για να επιβεβαιωθεί ξανά εκείνο το παλιό κλισέ για τη δημοκρατία ως προϋπόθεση της ειρήνης. Μα η ίδια η δημοκρατία; Εδώ το πράγμα γίνεται πιο περίπλοκο.
Για τους παλιούς μου φίλους στην Τουρκία, για εκείνους που ονειρεύονταν τη δημοκρατία στη χώρα τους, και ήταν έτοιμοι να τα διακινδυνεύσουν όλα για να την αποκτήσουν, είναι ένα παράδοξο που δύσκολα εκλογικεύεται αυτό που ζουν. Η δημοκρατία – έστω και με εκλογές που πολύ απέχουν από το να χαρακτηριστούν δίκαιες – δικαιώνει και επιβραβεύει εκείνον που οι ίδιοι θεωρούν εχθρό της. Αλλά είναι ακόμη μεγαλύτερη η απογοήτευση, στα όρια της απελπισίας, όταν κοιτούν γύρω τους και διαπιστώνουν ότι το τουρκικό παράδοξο – ο δήμος να γοητεύεται από το αντιδημοκρατικό, οι ψηφοφόροι να αναζητούν ισχυρό ηγέτη, όχι δικαιώματα και ελευθερίες, η δημοκρατία ως πολίτευμα να γίνεται όλο και πιο ανελεύθερη – απλώνεται στον γύρω τους κόσμο. Από τη Βουδαπέστη του Ορμπαν ώς την Ουάσιγκτον του Τραμπ. Και στην Ευρώπη την ίδια, που μοιάζει όλο και περισσότερο να φοβάται τη δημοκρατία ή να την αντιμετωπίζει ως δίλημμα, ως κίνδυνο, αφού η δημοκρατία, τα εκλογικά αποτελέσματα δηλαδή, εκλαμβάνονται ως απειλή για την ίδια την ιδέα της Ευρώπης ως φιλελεύθερης, ανοιχτής, ανεκτικής και αλληλέγγυας κοινότητας.
Κάπου εκεί συλλάβαμε τον εαυτό της σχεδόν να νοσταλγεί την ηρωική εποχή όπου όλα ήταν σαφή, σε άσπρο και μαύρο, και μας ένωνε η αντίθεση σε μια επερχόμενη δικτατορία. «Μα τι είναι αυτά που λέμε»; αναρωτήθηκε ο φίλος από την Κωνσταντινούπολη. Και διακόψαμε γελώντας την συζήτηση…